ΒΙΒΛΙΟ

Δεμένοι με στίχους για πάντα

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΜΑΡΙΝΑ ΤΣΒΕΤΑΓΙΕΒΑ
Ο δικός μου Πούσκιν
μτφρ. Φώτος Λαμπρινός,
εκδ. Ικαρος, σελ. 85

Ό​​ταν μια Μαρίνα Τσβετάγιεβα (1892-1941) γράφει για έναν Αλεξάντρ Πούσκιν (1799-1837), ο πειρασμός να χαθεί κανείς στις θυελλώδεις βιογραφίες των δύο μεγάλων ποιητών της Ρωσίας παραμελώντας το έργο τους είναι τεράστιος. Οι σύντομες ζωές τους υπήρξαν ολότελα παραμυθένιες, τραγικές, κινηματογραφικές. Από την άλλη το έργο τους, ιδίως το αμιγώς ποιητικό, παραμένει περίπου άγνωστο στα ελληνικά. Αξίζει, λοιπόν, έπαινος σε μεταφραστή και εκδότη αφού με το φλογερό αυτό δοκίμιο, γραμμένο από την εξόριστη στο Παρίσι Τσβετάγιεβα 100 χρόνια από τον θάνατο του Πούσκιν, οι Ελληνες αναγνώστες μπορούν να κόψουν κάμποσο δρόμο. Απόσπασμά του, θυμίζουμε, δημοσιεύθηκε στο εκτενές αφιέρωμα του περιοδικού «Ποιητική» στην Τσβετάγιεβα (τ. 16, φθινόπωρο 2015).

Η ίδια η ποιήτρια, βέβαια, δίνει στο δοκίμιό της τόνο αυτοβιογραφικό. Αφηγείται τη γνωριμία της με το έργο του Πούσκιν στην πολύ πρώιμη παιδική της ηλικία, συνυφαίνοντας την ανάγνωση, την αποστήθιση και την απαγγελία των στίχων του με περιστατικά και εικόνες της ζωής της. Ο αναγνώστης που δεν ενδιαφέρεται απαραίτητα για τους «Τσιγγάνους» ή για τον «Ευγένιο Ονέγκιν» θα απολαύσει απλώς το σπινθηροβόλο, γεμάτο αυτοσαρκασμό πνεύμα της Τσβετάγιεβα. Θα γελάσει –όχι δίχως τσίμπημα στην καρδιά– με το παχουλό τετράχρονο κορίτσι που διαχωρίζει από πολύ νωρίς τον ποιητή από τον «όχλο»· στον τελευταίο συγκαταλέγει όχι τον απλό λαό, αλλά τους μη μετέχοντες στην ποιητικότητα, προπάντων δηλαδή τη δολοφονική εξουσία με τη μορφή του τσάρου Νικολάου Α’ που φέρεται εμπλεκόμενος στον θάνατο του ποιητή: «Ο όχλος, με στολή δραγόνου αυτή τη φορά». Ο ίδιος όχλος που, αργότερα, με στολή μπολσεβίκου, θα οδηγήσει και την Τσβετάγιεβα στην αυτοχειρία.

Πρώιμη και ταλαντούχα αναγνώστρια, η Μαρίνα θα βυθιστεί στην ανάγνωση των «Eργων», αρχικά, και στη συνέχεια μιας «Ανθολογίας» που προοριζόταν για τον μεγαλύτερο ετεροθαλή αδελφό της, ο οποίος ήταν όμως ανεπίδεκτος. Η γνωριμία με τον Πούσκιν θα είναι γι’ αυτήν, ταυτόχρονα, γνωριμία με την ποίηση αλλά και με τον τρόπο των ποιητών να βλέπουν τη ζωή. Σχεδόν από την αρχή του δοκιμίου η αφηγήτρια παρεμβάλλει στον κυρίως αφηγηματικό της μίτο του διπόλου Τσβετάγιεβα-Πούσκιν επαναλαμβανόμενες βελονιές που κεντούν οδυνηρά τον αναγνώστη. Με αυτές εισάγει έναν τρίτο πόλο: την όμορφη, διανοούμενη πιανίστρια μητέρα της. Από αυτήν γνωρίζει τον Πούσκιν· με αυτήν συγκρούεται στη διάρκεια των αναγνώσεων· αυτήν ανταγωνίζεται ποθώντας την αγάπη της. Το προανάκρουσμα του θανάτου της κλείνει την αφήγηση καθώς η μητέρα, άρρωστη από φυματίωση, μεταφέρεται στις ιταλικές ακτές με την ελπίδα της ίασης – η Μαρίνα είναι τότε 10 ετών. Θα πεθάνει στη Ρωσία όταν η Μαρίνα γίνεται 14. Το δοκίμιο ξεκινά με τον θάνατο του Πούσκιν όπως απεικονίζεται σε πίνακα στη μητρική κρεβατοκάμαρα και τελειώνει με τη γνωριμία της θάλασσας, στο ιταλικό Νέρβι. Ενώ η μητέρα ψήνεται στον πυρετό, η Μαρίνα σκαλίζει στίχους του Πούσκιν στα βράχια με τα βαριά ρωσικά ρούχα της να στάζουν από το αλμυρό νερό της Μεσογείου.

Κορυφαία στιγμή του δοκιμίου είναι η επιμονή της ποιήτριας στην ορθότητα της παιδικής-διαισθητικής ανάγνωσής της του πουσκινικού ποιήματος «Ο ντελιμπάς». Η λέξη σημαίνει το «τσερκέζικο φλάμπουρο» και η ποιήτρια συγκρούεται για την ερμηνεία της με ένα Ρώσο φοιτητή, στα πρώτα χρόνια της εξορίας της στην Πράγα. Ο φοιτητής, πιθανότατα φιλόλογος, την αποσταθεροποιεί· λίγο αργότερα, ωστόσο, η παιδική-ποιητική ερμηνεία θα θριαμβεύσει ολοκληρωτικά εις βάρος της φιλολογικής, με τη βοήθεια (φυσικά) του ίδιου του ποιήματος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ