ΘΕΑΤΡΟ

Το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού διευρύνει τους ορίζοντες της Καλαμάτας

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Μέλος της χορευτικής ομάδας Svalbard Company, που παρουσίασε την παράσταση «All Genius All Idiot».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το 24ο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας ολοκληρώθηκε στις 22 Ιουλίου. Οι αριθμοί που συνδέονται με το σύνολο των εκδηλώσεων της φετινής διοργάνωσης αποδεικνύουν ότι ένα (επιτυχημένο) φεστιβάλ είναι κάτι πολύ ευρύτερο από μια σειρά παραστάσεων – είναι παράγων ανάπτυξης μιας πόλης/περιοχής, με αισθητικά, εκπαιδευτικά αλλά και οικονομικά κριτήρια.

Ενενήντα δύο καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο, 80 σπουδαστές χορού (στα σεμινάρια που πραγματοποιήθηκαν), 72 παιδιά στο εργαστήρι χορού για παιδιά, 24 άτομα με αναπηρίες με ισάριθμους συνοδούς στο σεμινάριο χορού για ΑμεΑ και 44 εθελοντές, συνέβαλαν με το έργο τους, το κέφι και τη ζωντάνια τους, τη διάθεση προσφοράς τους, στη διαμόρφωση του χαρούμενου, πολύχρωμου κλίματος που επικράτησε στην πόλη για ένα δεκαήμερο.

Από τις καλές καινούργιες ιδέες του φετινού φεστιβάλ ήταν η εξέδρα που στήθηκε στην κεντρική πλατεία της πόλης, όπου κάτοικοι, τουρίστες και επισκέπτες μπορούσαν με ελεύθερη είσοδο κάθε απόγευμα να παρακολουθήσουν μικρής διάρκειας παραστάσεις. Το 25λεπτο έργο «Noos» που ερμήνευσαν ο Φρεντερί Βερνιέ και η Ζιστίν Μπερτιγιό, για παράδειγμα, λειτούργησε σαν κάλεσμα στην ομορφιά της τέχνης του χορού, που δεν μπορεί να ιδωθεί χωριστά από την ομορφιά του ασκημένου σώματος και από τη γοητεία που ασκεί στους χορευτές και στο κοινό η διερεύνηση των ορίων της κίνησής του.

Από το 24ο ΦΧΚ φάνηκε καθαρά ότι η έννοια «Χορός» περιλαμβάνει πια πολλές διαφορετικές μορφές κίνησης και σωματικής έκφρασης. Οι χορευτές μπορεί να έχουν ξεκινήσει την πορεία τους από την ενόργανη γυμναστική, να έχουν σπουδάσει κλασικό ή μοντέρνο χορό ή τέχνες του τσίρκου. Ο Φρεντερί Βερνιέ και η Ζιστίν Μπερτιγιό, για παράδειγμα, σπούδασαν στο Εθνικό Κέντρο Τεχνών του Τσίρκου στη Γαλλία, ενώ τα μέλη μιας άλλης ομάδας που είδαμε στο φετινό φεστιβάλ, της Svalbard Company, είναι απόφοιτοι της DOCH, της Σχολής Χορού και Τσίρκου του Πανεπιστημίου Τεχνών της Στοκχόλμης. Ως προς τη σύνθεσή της, η Svalbard Company επιβεβαιώνει τον «πολυεθνικό» χαρακτήρα των σύγχρονων ομάδων χορού: καθένας από τους τέσσερις της ομάδας κατάγεται από διαφορετική χώρα (Ηνωμένο Βασίλειο, Σουηδία, Γερμανία και Ισπανία). Οσο για το έργο τους, την παράσταση «Αll Genius All Idiot» που παρουσίασαν στην κεντρική σκηνή του Μεγάρου Χορού Καλαμάτας, επιβεβαιώνει το ειδολογικό και υφολογικό άνοιγμα των παραστάσεων χορού. Το κοινό φάνηκε να απόλαυσε τα ακροβατικά σε στύλο και κάθετο σκοινί, τα τραγούδια μπλουζ, το queer show των τεσσάρων ανδρών. Κατά τη γνώμη μου η έλλειψη δραματουργίας δεν επέτρεψε στην παράσταση να είναι κάτι περισσότερο από μια παρεΐστικη υπόθεση.

Σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση κινούνται οι Αμερικανοί Μαρκίζ Σκοτ και ο Πόπιν Τζον. Είναι βασικοί εκπρόσωποι της Poppin τεχνικής, ενός τρόπου χορού που συνδέεται με τη χιπ χοπ σκηνή, τον free-style χορό του δρόμου και τη μηχανική κίνηση του ρομπότ. Η γρήγορη σύσπαση και χαλάρωση των μυών δημιουργούν την εντύπωση ότι οι δύο χορευτές δεν έχουν σπονδυλική στήλη, ότι το σώμα τους δονείται ή/και τρέμει. Και αν τo κινησιολογικό λεξιλόγιο των δύο μοιάζει περιορισμένο λόγω της μουσικής που επιλέγουν (κυρίως από την dance electronica σκηνή: Fuzz City / Skeewiff’s Spaghetti Western Revision, Moonlight / Massive Giant Remix, Overseer / Omega, Manik / Los Angeles Dub, 3030 / Deltron 3030, Sickick / Gift Of Destiny κ.ά.), ο τρόπος που ο Πόπιν Τζον ερμήνευσε το κλασικότροπο «Εxposition» των Clocks and Cloud (βιολί, τσέλο και ντραμς) δείχνει τι θαύματα θα μπορούσαν να πετύχουν οι poppin χορευτές αν δούλευαν με χορογράφο άλλα στιλ σύγχρονου χορού.

Σε εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος ήταν η παράσταση του Γιόζεφ Νατζ. Το «Penzum» (πενζούμ, λέξη γερμανική που οικειοποιήθηκαν οι Ούγγροι και σημαίνει τον όγκο δουλειάς που αντιστοιχεί στο μεροκάματο) ήταν μια ζωντανή εγκατάσταση για δύο, τον Νατζ και την κοντραμπασίστα Ζοέλ Λεάντρ, αφιερωμένη στη μνήμη του Ούγγρου ποιητή Αττίλα Γιόζεφ (1905-1937). Και άλλοτε ο ουγγρικής καταγωγής Νατζ έχει ανατρέξει στην κεντροευρωπαϊκή και σλαβική λογοτεχνία για να αντλήσει έμπνευση και υλικό για τις παραστάσεις. Είναι γνωστή η αγάπη του για τον Κάφκα, τον Μπίχνερ, τον Μπρούνο Σουλτς, ενώ το έργο ενός ακόμη Ούγγρου ποιητή, του Οτο Τολνάι (γεν. 1940), έχει εμπνεύσει την παράστασή του «Journal d’ un inconnu».

Ωστόσο, παράδοξο ίσως, στο Penzum χρησιμοποιεί εξωλεκτικούς εκφραστικούς κώδικες: τους ήχους και τα μουσικά μοτίβα που παίζει αυτοσχεδιάζοντας με το κοντραμπάσο της (και με μεταλλικά αντικείμενα που μετακινεί στην επιφάνεια ενός μικρού, επίσης μεταλλικού, τραπεζιού) η Λεάντρ, τους απόκοσμους ήχους που βγάζει ο ίδιος προς το τέλος της περφόρμανς, τις μικρής κλίμακας κινήσεις του που παραπέμπουν στο τάι τσι (ο Νατζ έχει ασχοληθεί συστηματικά με τις πολεμικές, το τάι τσι και το μπούτο).

Ο πολυ-καλλιτέχνης εισέρχεται στη σκηνή με γυναικείο μακρύ φόρεμα, δίχτυ στο κεφάλι και αφρικανική μάσκα. Είναι μια παράξενη μορφή, ένα αλλόκοτο πλάσμα που σχεδιάζει με κάρβουνο στη λευκή επιφάνεια μπροστά του. Μέσω της τελετουργικής μάσκας γίνεται κάτι σαν σαμάνος της μοντέρνας τέχνης, που ανακαλεί τη ζωική αρχή και το πνεύμα των γεννητόρων, ένα medium που αποκαθιστά την επαφή των ζωντανών με τον κόσμο των πνευμάτων. Χορό το Penzum δεν είχε. Εδώ ο σλαβικός μυστικισμός που διατρέχει το έργο του Νατζ συναντά άλλους πολιτισμούς εν είδει ποιητικής χειρονομίας προς καθένα θεατή χωριστά. Και ναι, ο Ούγγρος ποιητής μπορεί να συνομιλήσει με τον ανθρωπολόγο Κλοντ Λεβί-Στρος. Τα όρια των παραστατικών τεχνών διαρκώς ανοίγουν αλλά η αληθινή ποίηση (που ο Νατζ υπηρετεί) δεν αφήνει να χαθούμε στην άπλα τους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ