ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενας τοξότης κι ένας ακοντιστής στην πλώρη μιας τριήρoυς στοχεύουν προς τη θάλασσα, εκεί όπου πριν από περίπου 2.500 χρόνια εκτυλίχτηκε η ναυμαχία της Σαλαμίνας. Το μνημείο των Σαλαμινομάχων, από τον γλύπτη Αχιλλέα Βασιλείου, στήθηκε στο ακρωτήριο της Κυνόσουρας, στην κορυφή του Τύμβου της Σαλαμίνας το 2006 από την τότε Νομαρχία Πειραιά. Συμπτωματικά τα βέλη των ορειχάλκινων πολεμιστών είναι έτοιμα να εκτοξευτούν όχι σε περσικά πολεμικά πλοία, αλλά στα ναυπηγεία που εδώ και χρόνια λειτουργούν στην ακτή του αρχαιολογικού χώρου. Ενδεικτικό της «δύσκολης» συνύπαρξης όλων των διαφορετικών στοιχείων της περιοχής είναι ότι ακόμα και το ίδιο το μνημείο των Σαλαμινομάχων στέκει στον Τύμβο χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του υπουργείου Πολιτισμού. Αν και αυτό αποδεικνύεται να είναι το μικρότερο πρόβλημα της περιοχής.


Ο γρίφος της Σαλαμίνας είναι ένα σύνθετο πρόβλημα πολυνομίας, γραφειοκρατίας και αντιφάσεων.

Σε αυτοψία της «Κ» πριν από λίγες μέρες καταγράψαμε την κατάσταση που επικρατεί στο ακρωτήρι της Κυνόσουρας και της Πούντας, στην περιοχή των Αμπελακίων, που αποτελούσε το αρχαίο λιμάνι της Σαλαμίνας και θέρετρο της ναυμαχίας.

Εγκατάλειψη και αδιαφορία

Ανεβαίνοντας τον φιδογυριστό δρόμο που οδηγεί στον Τύμβο, μια παλιά ψαρόβαρκα με δύο κάκτους και την επιγραφή «2006 Κυνόσουρα» λειτουργεί σαν ένα σουρεαλιστικό τοπόσημο που καλωσορίζει τον επισκέπτη σε ένα τοπίο εγκατάλειψης και αδιαφορίας: πεταμένα υλικά οικοδομικών εργασιών, σκουπίδια, παλιά στρώματα, δοχεία από χρώματα, μεγάλοι τσιμεντένιοι σωλήνες παρατημένοι πάνω στον δρόμο. Στον δρόμο για τη μύτη του ακρωτηρίου βλέπουμε τον «φαγωμένο» βράχο του παλιού λατομείου που «χάσκει» ορθάνοιχτος. Τα παλιά ναυτικά φυλάκια –αφημένα στην τύχη τους– θυμίζουν κάτι από την παλιά αίγλη της περιοχής. Μισοβυθισμένα πλοία πέριξ των ναυπηγείων ολοκληρώνουν την εικόνα ενός σύγχρονου πολιτισμικού ναυαγίου.

Ο γρίφος της Σαλαμίνας είναι ένα σύνθετο πρόβλημα πολυνομίας, γραφειοκρατίας και αντιφάσεων που ξεκινά από τις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Οπως περιγράφεται στη μελέτη για το αρχαιολογικό τοπίο της Κυνόσουρας που ολοκληρώθηκε τον περασμένο Ιούνιο από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, η περιοχή του Τύμβου ορίζεται ως αρχαιολογικός χώρος το 1964, ενώ ολόκληρη η περιοχή της ναυμαχίας προστατεύεται ως ιστορικός τόπος από το ΥΠΠΟ το 1982. Ενισχυτικά, το υπουργείο θεσπίζει το 2001 ζώνες απόλυτου προστασίας τύπου Α΄ όπου απαγορεύονται η δόμηση, η αλλοίωση του εδάφους, οι κατασκευές και η λειτουργία ναυπηγοεπισκευαστικών μονάδων και τύπου Β΄ (δόμηση υπό αυστηρούς όρους), που καλύπτουν τη χερσόνησο της Κυνόσουρας. Αντίστοιχα μέτρα προστασίας θεσπίζονται στην Πούντα και τα Αμπελάκια.


Μισοβυθισμένα πλοία πέριξ των ναυπηγείων ολοκληρώνουν την εικόνα ενός σύγχρονου πολιτισμικού ναυαγίου.

Ωστόσο, όπως επισημαίνεται στη μελέτη του Εργαστηρίου Αστικού Περιβάλλοντος του πανεπιστημίου, με υπεύθυνο τον καθηγητή Νίκο Μπελαβίλα, ήδη από τη δεκαετία του ’70 δόθηκε άδεια ίδρυσης ναυπηγείου (από το ΥΠΠΟ) και σήμερα στη χερσόνησο λειτουργούν δύο ναυπηγεία και τέσσερα στην Πούντα. Μετά τη θεσμοθέτηση των ζωνών προστασίας οι δύο ναυπηγικές εταιρείες της Κυνόσουρας προσέφυγαν στο ΣτΕ για την ακύρωση της απόφασης, αλλά το συμβούλιο απέρριψε τις προσφυγές. Οπως αναφέρεται ακόμη, οι περιβαλλοντικοί όροι λειτουργίας των εταιρειών εγκρίθηκαν το 2005 και για πέντε χρόνια (από ΥΠΕΧΩΔΕ, ΥΠΑΝ και Εμπορικής Ναυτιλίας) χωρίς την έγκριση του ΥΠΠΟ, «ενώ διαδοχικά αιτήματα έγκρισης/ ανανέωσης των περιβαλλοντικών όρων προς το ΥΠΠΟ απορρίφθηκαν». Αξίζει να σημειωθεί ότι από τη σύμβαση παραχώρησης του ΟΛΠ στην Cosco εξαιρέθηκε η περιοχή της Κυνόσουρας που περικλείεται στην Α΄ ζώνη προστασίας του ΥΠΠΟ εκτός από τα δύο ναυπηγεία που δραστηριοποιούνται εκεί, ενώ συνολικά εξαιρέθηκαν 825 στρέμματα σε όλη την περιοχή. Στον κυκεώνα των νομοθετικών πράξεων προστέθηκε το 2013 απόφαση του υπουργείου Ναυτιλίας για τον καθορισμό όρων δόμησης και χρήσης (ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη) στην Κυνόσουρα και τα Αμπελάκια.

Η μελέτη προβλέπει αυξημένες πιέσεις στο στενό της Σαλαμίνας από τη λιμενική λειτουργία του Πειραιά στα επόμενα χρόνια. Μεταξύ των προτάσεων είναι η εξυγίανση και ανάδειξη των ιστορικών σημείων του δημόσιου χώρου και η δρομολόγηση της σταδιακής μετακίνησης των ναυπηγείων της Κυνόσουρας και η απαγόρευση επέκτασης των ναυπηγείων της Πούντας.


Το μνημείο των Σαλαμινομάχων στο ακρωτήριο της Κυνόσουρας.

Ανησυχίες για την περιοχή

Η Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος με επιστολές της το τελευταίο διάστημα έχει εκφράσει την ανησυχία της για την κατάσταση στην περιοχή προς όλους τους συναρμόδιους φορείς. «Το τοπίο σημαδεύεται βάναυσα από τη λειτουργία ναυπηγείων, τα οποία διαρκώς επεκτείνονται με επιχωματώσεις εντός του θαλάσσιου χώρου, κατά τρόπο ο οποίος δεν συνάδει ούτε με την ιστορική σημασία ούτε με το ισχύον νομικό καθεστώς της περιοχής», αναφέρουν στην «Κ» ο αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος Κώστας Σταματόπουλος και η πρόεδρος του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς Ελένη Μαΐστρου και ζητούν την ενεργοποίηση των συναρμόδιων φορέων με αφορμή την επέτειο των 2.500 ετών από τη ναυμαχία το 2020.

Την περιοχή επισκέφθηκε πρόσφατα η υπουργός Πολιτισμού Λυδία Κονιόρδου και ενημερώθηκε για την κατάσταση. Σε σχετική ερώτηση της «Κ» από το ΥΠΠΟ τονίζουν την ανάγκη δημιουργίας «ενός διαχειριστικού πλάνου που θα προβλέπει μια πολιτιστική διαδρομή - περιήγηση στο ακρωτήρι της Κυνόσουρας με στάσεις ιστορικής μνήμης και ενημέρωσης για τη ναυμαχία». Για το ακανθώδες ζήτημα της απαλλοτρίωσης της έκτασης του Τύμβου οι ίδιες πηγές τονίζουν ότι συμπληρώνεται ο φάκελος για την επανακήρυξή της και έχει δοθεί εντολή να επισπευσθεί η διαδικασία εισαγωγής του θέματος στο ΚΑΣ, το οποίο στο παρελθόν έχει διαδοχικά εκφραστεί θετικά χωρίς χειροπιαστό αποτέλεσμα. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ