Ηλίας Μαγκλίνης ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Περί προσβολής νεκρού

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο​​ι θιασώτες της θυματολαγνείας δεν ανέχονται να βλέπουν άλλα θύματα πέρα από τους εαυτούς τους. Αυτή είναι η περίπτωση της σημερινής κυβέρνησης, η οποία φαντασιώνεται τον εαυτό της ως διαχρονικό θύμα διώξεων, καταπίεσης, εξοριών, υπονόμευσης – κατάλοιπα κομμουνιστικών συμπλεγμάτων.

Σε αυτό το σύμπαν πάντοτε την ευθύνη την έχει κάποιος άλλος, διότι «εμείς είμαστε οι κατατρεγμένοι». Το κράτος (της Δεξιάς, το παρακράτος, ο καπιταλισμός) καταπιέζει και διώκει, βρίσκεται απέναντί μας, εμείς είμαστε τα θύματα και αγωνιζόμαστε για το δίκαιο. Πρόκειται σχεδόν για νομοτέλεια της φύσης.Τι συμβαίνει, όμως, όταν αυτή η αντίληψη γίνεται κράτος; Τόσες δεκαετίες η ριζοσπαστική Αριστερά, αντιπολίτευση ούσα, διακήρυττε με στόμφο την ταύτισή της με τα θύματα των πυρκαγιών, των πλημμυρών, των σεισμών, αξίωνε παραιτήσεις, λαϊκά δικαστήρια.

Υπό μία έννοια, το ίδιο πράττει και τώρα: αξιώνοντας όχι την τιμωρία του κράτους (αφού η ίδια είναι το κράτος) αλλά των θυμάτων. Ετσι, το πρώτο ανακλαστικό της κυβέρνησης στην πρωτοφανή τραγωδία της Ανατολικής Αττικής ήταν να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να φανεί εκείνη θύμα: εμπρηστών, ανέμων, δημοσιογράφων, της αντιπολίτευσης.

Λάθη και παραλείψεις δεν έγιναν, «όσο κι αν έψαξαν, δεν βρήκαν λάθη», πώς το λένε. Επιπλέον, ένας κρυμμένος πρωθυπουργός στέλνει το δεξί του (κυριολεκτικά) χέρι επί τόπου για να δηλώσει ότι ευθύνονται τα θύματα, οι νεκροί. Ο ορισμός της ύβρεως. Αυτή η υβριστική στάση δεν απέχει και πάρα πολύ από την κατάπτυστη δήλωση ιερωμένου ότι η φωτιά ήταν «θεία δίκη» επειδή ο κ. Τσίπρας «είναι άθεος». Στην ίδια αγοραία λογική εμπίπτουν.

Σε μια φυσική καταστροφή, τυχόν ευθύνες πράγματι δεν αποδίδονται εύκολα. Δεν είναι καταστάσεις «άσπρο-μαύρο» τέτοιες καταστροφές. Κι ωστόσο, η σημερινή κυβέρνηση κατέφυγε σε μια τέτοια μικρολογική, απαξιώνοντας τα θύματα της τραγωδίας και στη συνέχεια παίρνοντας τη θέση τους σε αυτή: όλο αυτό ήταν μια κακοτεχνία της μεταπολίτευσης (όσο δηλαδή εμείς ήμασταν αντιπολίτευση), και αυτό πληρώνουν όσοι επλήγησαν. Ας πρόσεχαν, με άλλα λόγια.

Γι’ αυτό και δεν υπήρχε περίπτωση να ακούσουμε κάτι, όχι μόνον περί παραίτησης, αλλά ούτε καν να υποψιαστούμε μια χειρονομία, μια κίνηση υποτυπώδους συμπόνιας εκ μέρους τους προς τους πληγέντες και τους νεκρούς.

Βεβαίως, η λογική της «μη παραίτησης» έρχεται από παλιά, μόνο καινούργιο δεν είναι αυτό το νοσηρό σύμπτωμα. Με τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ όμως πρέπει να είναι η πρώτη φορά που κάθε έκφραση, κάθε γλώσσα του σώματος, βλέμμα, κουβέντα, όχι μόνο απέχουν από μια στοιχειώδη ευαισθησία απέναντι στον ανθρώπινο πόνο και στην απώλεια αλλά φτάνουν ακόμα και ώς το αδιανόητο: την προσβολή νεκρού.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ