ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ*

Η αιώνια επιστροφή των πυρκαγιών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σαν να μην πέρασε μια μέρα από το 2007, οι καταστροφικές πυρκαγιές στην Αττική έδειξαν ότι το μοτίβο παραμένει παρόμοιο: ανύπαρκτα σχέδια εκκένωσης, πλημμελής συντονισμός, αναποτελεσματική συντήρηση υποδομών, ανυπαρξία εκπαίδευσης (πληθυσμού και αρμοδίων), γραφικοί πολιτικάντηδες σε κρίσιμες θέσεις λήψης αποφάσεων.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: IΔEEΣ

​​Η χώρα πενθεί. Πολιτικοί, πολίτες και αρμόδιοι κινητοποιούνται. Οι πληγέντες προσπαθούν να συνέλθουν. Το ερώτημα είναι κοινό: πώς συνέβη το κακό; Και η ευχή κοινή: ποτέ ξανά. Το δυστύχημα είναι ότι τα αισθήματα αυτά τα έχουμε ξανανιώσει, παρόμοιες ευχές έχουμε ξαναδιατυπώσει.

Το γεγονός όμως παραμένει: έτσι όπως λειτουργούμε, θα ξανασυμβεί! Οι πυρκαγιές είναι συνώνυμες με το μεσογειακό καλοκαίρι. Η κλιματική αλλαγή εντείνει τη συχνότητα και την έντασή τους, αλλά δεν τις προκαλεί. Τι κάνουμε ως οργανωμένη κοινωνία; Τι μάθαμε από προηγούμενες εμπειρίες; Πώς ανασχεδιάσαμε την πολιτική προστασία; Μια φυσική καταστροφή έχει τρεις διαστάσεις: υπαρξιακή, πολιτική, διοικητική.

H υπαρξιακή διάσταση

Η υπαρξιακή διάσταση έχει να κάνει με την ενδεχομενικότητα-τραγικότητα της ζωής. Οπως μαρτυρούν οι αρχαίες τραγωδίες, παλαιότερα οι άνθρωποι πίστευαν στην «τύχη». Τα χειρότερα μπορούν να συμβούν στον καθένα. Η ζωή είναι επισφαλής. Ο σύγχρονος άνθρωπος, καθότι ορθολογικός, δεν αφήνεται στην τύχη. Θέλει να έχει τον έλεγχο. Καλά κάνει, αρκεί να μη νομίζει υπεροπτικά ότι έχει πάρει το πάνω χέρι: «η τύχη κανονίζει τ’ ανθρώπινα». Το παράλογο της ζωής: απλές, φυσικές διεργασίες (μια φλόγα στο δάσος και ισχυροί άνεμοι, σφοδρή βροχόπτωση, ενεργοποίηση ενός ρήγματος) επιφέρουν κολοσσιαία αποτελέσματα. Το παράλογο γεννιέται από τη σύγκρουση μεταξύ της ανθρώπινης ανάγκης για νόημα και της κρύας σιωπής του κόσμου, λέει ο Καμύ. Ο έλλογος βίος είναι η λεπτή κρούστα σε έναν άλογο κόσμο. Από τη μια στιγμή στην άλλη, ο εύτακτος βίος θρυμματίζεται, το νόημα καταρρέει. Χρειαζόμαστε πίστη και στωικότητα να αντιμετωπίσουμε το παράλογο.

Η πολιτική διάσταση

Η δεύτερη διάσταση είναι η πολιτική: τι αποφάσεις παίρνουμε ως πολιτική κοινότητα για να οργανώσουμε τον συλλογικό βίο. Αν υπαρξιακά είμαστε «σκόνη στον άνεμο», πολιτικά έχουμε τη δυνατότητα να οργανώσουμε την ύπαρξή μας σύμφωνα με τις αξίες μας.

Οι φυσικές καταστροφές αποκαλύπτουν: αφαιρούν το πέπλο για να φανούν θέματα που συνήθως προσπερνάμε. Ξέρουμε ότι αυθαίρετοι οικισμοί («οικιστικές πυκνώσεις» τους λένε τώρα!) αναπτύχθηκαν μέσα σε δάση σε πολλές παραθαλάσσιες περιοχές της Αττικής. Η αυθαίρετη δόμηση δημιουργεί οικισμούς και πόλεις (βλ. Μάτι) δίχως καλά σχεδιασμένο οδικό δίκτυο, χωρίς επαρκείς υποδομές, χωρίς σημάνσεις και διόδους διαφυγής σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Υπό κανονικές συνθήκες αυτά περνούν απαρατήρητα ή έστω δεν ενοχλούν ιδιαίτερα. Σε έκτακτες συνθήκες αποκαλύπτεται ο ανορθολογικός τρόπος που οργανώνουμε τη ζωή μας.

Σκεφτείτε: στον 21ο αιώνα η χώρα δεν διαθέτει ακόμη ολοκληρωμένο κτηματολόγιο, ούτε πλήρεις δασικούς χάρτες. Τα βεβαιωθέντα αυθαίρετα δεν κατεδαφίζονται, με τη δημόσια υποστήριξη κάθε βαθμίδας και κάθε πολιτικής απόχρωσης πολιτικών (βλ. εξαιρετικό ρεπορτάζ του Γ. Λιάλιου για μη κατεδαφίσεις στη Ραφήνα, «Κ», 14.10.2015). Το 2014, οι βουλευτές της Ν.Δ. Βλάχος, Μπούρας και Οικονόμου κατέθεσαν τροπολογία να ανασταλεί τόσο η είσπραξη προστίμων για αυθαίρετα σε δάση όσο και οι κατεδαφίσεις των αυθαιρέτων που έχουν τελεσιδικήσει, μέχρι την ολοκλήρωση των δασικών χαρτών («Κ», 17.12.2014). Ο τρόπος που συνεχίζουμε να χειριζόμαστε την αυθαίρετη δόμηση δείχνει ότι μας ενδιαφέρει περισσότερο η βραχυχρόνια πελατειακή συναλλαγή παρά το μακροχρόνια συλλογικό όφελος. Η τραγωδία των κοινών είναι η κατ’ εξοχήν νεοελληνική τραγωδία.

Ο πολιτικός ανορθολογισμός εκδηλώνεται και με τον πολιτικό αντίκτυπο μιας φυσικής καταστροφής. H καταστροφή εντάσσεται καιροσκοπικά στο πολιτικό παιχνίδι – όχι ως συνετή πολιτική κριτική (θεμιτό), αλλά ως ακόμα ένα θέμα πολωτικής-μικρονοϊκής κομματικής αντιπαράθεσης. Η συνωμοσιολογία ως γνωστικό πρότυπο ερμηνείας ανθεί: όπως το 2007, έτσι και τώρα, οι κυβερνώντες εμφανίζονται ως θύματα «ασύμμετρων απειλών». Στρέφοντας τη δημόσια συζήτηση σε συνωμοσιολογική κατεύθυνση, αδυνατίζει η βάση για έναν ορθολογικό προβληματισμό.

Η διοικητική διάσταση

Η υπερδιόγκωση της πολιτικής διάστασης μιας φυσικής καταστροφής αδυνατίζει την πιο σημαντική – τη διοικητική διάσταση. Εγραφα στις 22.7.2007 στην «Κ»: «Η καταστροφή της Πάρνηθας επιβεβαιώνει, δυστυχώς, την κοινή μας εμπειρία για τη χρόνια αναποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού. Οχι, δεν μιλάω για προσωπική φιλοτιμία και ευσυνειδησία σε επίπεδο υπαλλήλων. Μιλάω για οργανωμένα συστήματα πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων, τα οποία συνδυάζουν σύγχρονη τεχνολογία, άψογη οργάνωση, άρτια εκπαίδευση, επαγγελματικό σχεδιασμό και εμπνευσμένη ηγεσία. Μιλάω, δηλαδή, για πράγματα που είναι σχεδόν άγνωστα στο ελληνικό κράτος. Και είναι άγνωστα γιατί […] η ποιότητα της δημόσιας διοίκησης αντανακλά την ποιότητα του πολιτικού συστήματος».

Οι καταστροφικές πυρκαγιές στην Αττική έδειξαν ότι το μοτίβο παραμένει παρόμοιο: ανύπαρκτα σχέδια εκκένωσης, πλημμελής συντονισμός, αναποτελεσματική ή υποτυπώδης συντήρηση υποδομών, ανυπαρξία εκπαίδευσης (πληθυσμού και αρμοδίων), έλλειψη τεχνικών μέσων, γραφικοί πολιτικάντηδες σε κρίσιμες θέσεις λήψης αποφάσεων. Σαν να μην πέρασε μια μέρα από το 2007.

Παθαίνουμε αλλά δεν μαθαίνουμε! Η εμβριθής διοικητική αποτίμηση κρίσεων απουσιάζει. Ολοκληρωμένες απολογιστικές μελέτες για τη διαχείριση μιας κρίσης δεν κάνουμε. Δεν υπάρχει εμβριθής διοικητική μελέτη για τις πυρκαγιές του 2007, όπως τα πορίσματα για τον τυφώνα «Κατρίνα» στις ΗΠΑ (2005, 1.833 νεκροί) ή την καταστροφική πυρκαγιά της

Βικτόρια στην Αυστραλία (2009, 173 νεκροί). Το ίδιο μάλλον θα συμβεί και τώρα. Προτεραιότητα της εκάστοτε κυβέρνησης είναι να εμφανιστεί σπλαχνική, ενώ της εκάστοτε αντιπολίτευσης να καταγγείλει την κυβέρνηση. Οι μελέτες δεν προσφέρονται για μιντιακή-πολιτική κατανάλωση. Επιπλέον, προϋποθέτουν μια στιβαρή, πολιτικά ανεξάρτητη διοίκηση, που δεν υπάρχει.

Σε ένα βαθύτερο επίπεδο, οι φυσικές καταστροφές μάς δίνουν την ευκαιρία να εκφράσουμε τη σχέση λατρείας - μίσους με το κράτος. Νιώθουμε παγιδευμένοι στο κράτος που εμείς δημιουργήσαμε! Το μισούμε, αλλά το χρειαζόμαστε να «τακτοποιεί» τις υποθέσεις μας. Ο,τι και να κάνει, δεν το εμπιστευόμαστε. Είναι το βολικό αντικείμενο χλεύης και οργής προκειμένου να μην αναλογιζόμαστε ως πολίτες τις δικές μας ευθύνες. Η υπερπολιτικοποίησή του το καθιστά μόνιμο αντικείμενο σύγκρουσης, στερώντας του την καθολική αποδοχή. Μπορεί το παράλογο να μην εξαλείφεται υπαρξιακά, αλλά όταν μετατρέπεται σε πολιτικό-διοικητικό παραλογισμό, επιδεινώνει την τραγικότητα της ζωής. Ελλάδα 2018...

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ