ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Άποψη: Μεσίστιοι συλλογισμοί

ΙΩΑΝΝΗΣ Π.Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στην Κινέτα πέρασα όλα τα καλοκαίρια μου ως παιδί. Στη γειτονιά κάηκαν σχεδόν όλα, κρανίου τόπος. Το σπίτι μας ήταν από τα λίγα που γλίτωσαν το λαμπάδιασμα. Κάηκε όλη η βλάστηση στην αυλή, αλλά το ξύλινο κτίσμα (μυστήριο πώς) παραμένει ακόμα όρθιο μέσα στη μονότονη μαυρίλα που το κυκλώνει. Κατά βάθος πάντα φοβόμασταν εκείνο το πεύκο που φύτρωσε τη χρονιά που γεννήθηκε η κόρη μου. Του είχαμε δώσει το όνομά της για να το καλοπιάσουμε. Το πεύκο της μεγάλωσε. Πλησίαζε με τα κλαδιά του αργά, χρόνο με τον χρόνο, νόμιζες πως ήθελε να αγκαλιάσει το σπίτι. Ευτυχώς δεν το αγκάλιασε σφιχτά. Σκέφτομαι τα χαμένα σπίτια των καλών μας γειτόνων, την αδικία της πύρινης τύχης. Αν το δικό μας είχε σαρωθεί στην πυρά, θα μπορούσαμε να το ξαναχτίσουμε. Οι περισσότεροι από αυτούς που έχασαν τις περιουσίες τους δεν μπορούν.

Στο Μάτι έμεινα μισό χρόνο νοικιάζοντας ένα μικρό εξοχικό με ένα χαριτωμένο κουκλόσπιτο στην αυλή, μέσα στα πεύκα. Μόλις είχα εκλεγεί καθηγητής, είχα επιστρέψει από Αμερική, και περίμενα τον διορισμό που τράβαγε από καθυστέρηση σε καθυστέρηση. Στο Μάτι δεν υπάρχει «σχεδόν». Κάηκαν όλα. Δεν γλίτωσε τίποτε. Διστάζω ακόμα και να περάσω από εκεί. Με βασανίζουν πιθανότητες. Μερικές φορές είναι κακό πράγμα να ασχολείσαι με τη στατιστική. Θα μπορούσε να ήταν η κόρη μου εκείνο το νήπιο που κάηκε. Θα μπορούσε να ήμουν ένας από τους αποτεφρωμένους, εκεί στην ίδια συνοικία. Ή θα μπορούσε να ήταν η γυναίκα μου το απανθρακωμένο πτώμα ζαρωμένο καταγής. Αν είχαμε βρεθεί εκεί, στο ίδιο μέρος, το λάθος καλοκαίρι, τον λάθος Ιούλιο, στη λάθος χώρα.

«Ηρθε κι αυτή η συμφορά πάνω στην κρίση». Κρίση, ποια κρίση; Δεν πρόκειται για κρίση. Πρόκειται για μια νέα ισορροπία, χαμηλότερη, χθαμαλή, αλλά σταθερή, ακλόνητη. Η χώρα είναι πιο σταθερή από ποτέ, είναι όλα ελεγμένα και ελεγχόμενα. Η τέλεια σταθερότητα: με δυσκαμψία που μόνο σκασμένο και καμένο πτώμα επιδεικνύει.

Aνήμερα στην επέτειο των 44 ετών από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, η σημαία κυματίζει μεσίστια στο Κοινοβούλιο. Ματαιώθηκε και η συνηθισμένη φιέστα στο Προεδρικό Μέγαρο όπου μαζεύονται κορυφαίοι του διακομματικού συλλόγου ανιάτων για να χαριεντιστούν μεταξύ τους. Επεσαν πολλοί οι νεκροί στο στομάχι, πώς να χαρούν οι αχυράνθρωποι τα πλούσια προεδρικά εδέσματα; Καίγονται εύκολα τα ξύλινα επετειακά λογύδρια στις μεγα-πυρκαγιές. Ασ’ τα για αργότερα.

Αποκατάσταση Δημοκρατίας. Ποια αποκατάσταση και ποιας Δημοκρατίας; Ας μην αστειευόμαστε. Η Ελλάδα δεν είχε πραγματική Δημοκρατία πριν από το 1967. Προσποιήσεις συγκάλυπταν μια στυγνή κομματοκρατία. Επρεπε να έχεις ειδικό διαβατήριο για να φτάσεις κάπου. Το 1967 απλώς χάθηκαν και οι προσποιήσεις. Προέκυψε μια στυγνή, απροκάλυπτη δικτατορία. Το 1974 διαπιστώθηκε πως θα ήταν χρήσιμες πάλι μερικές προσποιήσεις. Εγινε η κατάλληλη συνεννόηση, να είναι ομαλή η μετάβαση μέσα στην ανωμαλία της. Αποκαταστάθηκε πάλι, δυνατότερη, ασφαλέστερη, ατράνταχτη η κομματοκρατία των μετρίων.

Το διαβατήριο για να ανήκεις στην κάστα των εξουσιαστών χρειαζόταν και χρειάζεται σφραγίδες. Η πρώτη σελίδα του διαβατηρίου πρέπει να σφραγιστεί τρις. Σφραγίδα στην πάνω δεξιά γωνία: Ανικανότητα. Σφραγίδα στη μέση: Διαφθορά. Σφραγίδα στην κάτω αριστερή γωνία: Φανατισμός. Η δεύτερη σελίδα φέρει μία και μόνη σφραγίδα. Μεγαλόσχημη, πιάνει ολόκληρο φύλλο, δείχνει πως είσαι ολόκληρος σφραγισμένος με τη βίζα της αναλγησίας. Μοναδική, ακατανόητη «αρετή», να καταστρέφεις τη χώρα και να έχεις και την αίσθηση ότι είσαι και ήρωας ηγέτης και σου χρωστούν από πάνω. Να μπορείς να μαζεύεις βραβεία για τη μεγάλη σου προσφορά, την ίδια ώρα που οι άλλοι πεθαίνουν τον χειρότερο δυνατό θάνατο, σκαστοί και πυρπολημένοι. Να μπορείς να υπερηφανεύεσαι ακατάσχετα για όσα (δεν) έκανες, όταν οι άλλοι θρηνούν. Να μαθαίνεις γρήγορα από τους προκατόχους σου τη μάταιη γλώσσα της κακής, κάκιστης, «ασύμμετρης» δικαιολογίας. Να μπορείς να περιφέρεις το ηγετικό σου σαρκίο αδιάφορος, άτρωτος από τις τύψεις. Να ξέρεις να κλωτσάς τη μεταμέλεια σαν κακό σκυλί που πάει κοκαλιάρικο να σε πλησιάσει. Α ναι, να προστάζεις μετά και τρεις μέρες εθνικό πένθος. Σιωπή, σιωπή, σιωπή, να το βουλώσουν όλοι.

Φυσικά φταίει η κλιματική αλλαγή, οι ακραίες συνθήκες, οι πυρομανείς, τα ηλεκτροφόρα καλώδια, η αυτοκράτειρα της οικουμένης Τύχη. Φυσικά καίγονται τόσα άλλα μέρη στον κόσμο. Πώς τα κατάφερε, όμως, για άλλη μια φορά μια μικρή χώρα να κάνει ρεκόρ στους νεκρούς, δυσανάλογα βαρύ με τον μικρό και φθίνοντα πληθυσμό της; Ισως αν είχαμε οργάνωση, αν είχαμε άξιους, αν είχαμε υπεύθυνους άξιους, αν. Πολλά ίσως, πολλά αν.

Πέφτουν χύμα τα νούμερα, οι ευθύνες, οι πιθανότητες κι οι στατιστικές καλοκαιριάτικα. Πόσοι πεθάναν; Πόσοι πνίγηκαν; Πόσοι είναι αγνοούμενοι; Ξέρουμε; Πόσοι ζουν; Τους μετράει κανείς; Πόσα πτώματα θα εμφανιστούν αγνώριστα έπειτα από μήνες σε κάποια ακτή; Ξέρουμε πόσους χάσαμε; Πόσους είχαμε; Τι είχαμε; Τι είμαστε; Γιατί αποδεχόμαστε αυτό που είμαστε, αυτό που μας κάνουν να είμαστε, αδιαμαρτύρητα; Τι θα μπορούσαμε να είμαστε, αν μπορούσαμε για λίγο, για λίγο έστω, να συλλογιστούμε ελεύθερα;

Μοναδικά ερωτήματα θέτει αυτή η μικρή, όμορφη, καμένη κι αγνοούμενη χώρα.

* Ο κ. Ιωάννης Π. Α. Ιωαννίδης είναι καθηγητής Παθολογίας, Ερευνας και Πολιτικής Υγείας, Επιστημών Δεδομένων και Στατιστικής στο Πανεπιστήμιο Stanford των ΗΠΑ, όπου επίσης διδάσκει σύγχρονη ελληνική ποίηση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ