ΕΛΛΑΔΑ

Βουβός πόνος και πολλά «γιατί» στα αποκαΐδια μιας συνοικίας

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η τραγωδία στην Αττική ήταν μαζί και μια, πιο σκληρή δεν γινόταν, αφύπνιση. Στις 24 Ιουλίου, ημέρα που η Ελλάδα έπρεπε να εορτάσει τα 44 έτη από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα, έβλεπα μπροστά μου τα συνεργεία των διασωστών στο Μάτι να βγάζουν τις σορούς των ανθρώπων που έχασαν αβοήθητοι τη ζωή τους στο μοιραίο οικόπεδο. Ειρωνεία: οι άνθρωποι αυτοί πέθαναν στη συμβολή των οδών Δημοκρατίας και Ειρήνης. Θυσιάστηκαν στον βωμό της απρονοησίας. Αναρωτιόμουν πώς μια δημοκρατική πολιτεία σε καιρό ειρηνικό μπορεί να χάνει δεκάδες ζωές, όχι από μια απρόβλεπτη φυσική καταστροφή, αλλά από την απουσία των μηχανισμών, του συντονισμού. Κατά τη Μεταπολίτευση υπήρξε ευμάρεια, πρόοδος. Ομως, η χώρα μας δεν απέκτησε ποτέ τους κανόνες, τις υποδομές, τη νοοτροπία που χαρακτηρίζει ένα συγκροτημένο κράτος, το οποίο προστατεύει αυτονόητα το ανθρώπινο, φυσικό, υλικό κεφάλαιό του.

Βρέθηκα στον τόπο της καταστροφής, το επόμενο ακριβώς πρωινό. Στη διαδρομή προς τη Ραφήνα από την Αττική Οδό, ο αέρας μύριζε στάχτη, ήδη από την περιφερειακή Υμηττού. Η λεωφόρος Μαραθώνος είχε λίγα οχήματα. Οι οδηγοί ήταν μουδιασμένοι, δεν υπήρχαν νεύρα ή κόρνες, βιασύνες.
Ακολούθησα την πομπή από τα σταθμευμένα πυροσβεστικά οχήματα, τα ασθενοφόρα και έφτασα στην περιοχή που είχε τα περισσότερα θύματα στο Μάτι. Το καμένο έδαφος άχνιζε και πολλά από τα δένδρα και τα σπίτια είχαν μικρές εστίες φωτιάς που δεν είχαν ακόμα σβήσει. Παρατηρούσα τους κήπους με καύκαλα από καμένες χελώνες (πώς να τρέξουν να σωθούν;), φυτά που είχαν λιώσει σαν σε πίνακες του Νταλί, γκαράζ που έβγαζαν καπνούς, κατάμαυρους σκελετούς πεύκων, σαν μαύρα κοντάρια μπηγμένα στη γη.

Σε λίγο βρήκα τα γκρίζα απανθρακωμένα οχήματα, στοιβαγμένα σε μια μεριά του δρόμου για να περάσουν οι γερανοί που θα τα απομάκρυναν. Αλλα σπίτια είχαν καταστραφεί ολοσχερώς, άλλα είχαν μισοκαεί, άλλα ήταν όπως ακριβώς τα άφησαν οι κάτοικοι προτού φύγουν, με τις πετσέτες μπάνιου να στεγνώνουν (...) στην αυλή και τα παιδικά παιχνίδια στο γκαζόν, ένα παζλ μέσα στο βιβλικό τοπίο. Δεν χρειάστηκε να ψάξω για να βρω το μοιραίο οικόπεδο. Δημοσιογράφοι, εικονολήπτες, φωτορεπόρτερ ήταν στην είσοδο. Λίγο πιο κάτω είχε ένα μικρό στενό δρομάκι που σε έβγαζε στη θάλασσα. Από μακριά αντίκριζε κανείς τη σιλουέτα του σπιτιού, δίπλα στο οποίο εντοπίστηκαν «ομαδόν» οι σοροί.

Μου ήρθε στο μυαλό η διήγηση του αρχαιολόγου Χρίστου Ντούμα, που περιέγραφε με συνταρακτικές εικόνες τι συνέβη στον προϊστορικό οικισμό του Ακρωτηρίου στη Σαντορίνη πριν από 3.600 χρόνια όταν εξερράγη το ηφαίστειο που άλλαξε για πάντα το σχήμα του νησιού. Στις ανασκαφές δεν βρέθηκε ούτε ένα ανθρώπινο οστό δίπλα στα σπίτια. Κατά τον ανασκαφέα, οι κάτοικοι προσπάθησαν να φτάσουν στη θάλασσα για να αποφύγουν την αποπνικτική τέφρα και πέθαναν εκεί, δίπλα στο νερό. Μέχρι σήμερα δεν έχουν εντοπιστεί, αλλά σύμφωνα με τις δικές του εκτιμήσεις πρέπει να βρίσκονται θαμμένοι κάπου στην ακτή. Χιλιάδες χρόνια μετά, άνθρωποι πεθαίνουν ξανά αβοήθητοι. Λες και δεν υπάρχουν η τεχνολογία, οι εφευρέσεις, τα συστήματα για την προστασία του πληθυσμού.

Από την άλλη, ο ανθρώπινος πόνος, ο θρήνος, ο ηρωισμός παραμένουν ίδιοι από τις καταβολές του κόσμου. Περπατώντας μέσα στα καμένα έβλεπα γείτονες να αγκαλιάζονται και να κλαίνε βουβά, απελπισμένους να αναζητούν συγγενείς και φίλους. Αστυνομικοί με μάτια κατακόκκινα από την αϋπνία και τον καπνό, να προσπαθούν να τους ηρεμήσουν. Μία ομάδα πυροσβεστών έπαιρνε ανάσα σε μια πιλοτή πολυκατοικίας. Μετά τη μάχη με τις φλόγες έμπαιναν σε σπίτια και διαμερίσματα για να εντοπίσουν εκείνους που δεν πρόφτασαν να βγουν έξω.

Πάνω από τα κεφάλια μας κρέμονταν σαν άλλες λυγαριές τα καλώδια της ΔΕΗ. Και μερικά μικροσκοπικά πτηνά που παρέμεναν στο ίδιο σημείο όσες ώρες ήμουν εκεί, σαν να μην μπορούσαν να πετάξουν πια.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ