ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Η ποιότητα είναι διαχρονική και δεν μπορεί να την επηρεάσει καμία βύθιση της αγοράς». Μοιάζει απλό όσο και δύσκολο αλλά αυτή είναι η συνταγή της επιτυχίας για τη «Φάρμα Κουκάκη», έτσι όπως ο ίδιος ο κ. Αθανάσιος Κουκάκης, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλός της αναφέρει στην «Κ». Τη γαλακτοβιομηχανία που έχει συνδέσει τη φήμη της με την παραγωγή προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας και κατάφερε μέσα στην κρίση και ενώ η αγορά γάλακτος υποχωρεί διαρκώς να υπερδιπλασιάσει τις πωλήσεις της, να υπερτριπλασιάσει την κερδοφορία της και να διπλασιάσει τις εξαγωγές της κάθε χρόνο, με τα προϊόντα της να φτάνουν σε 16 χώρες από την Ιβηρική μέχρι την Ασία.

Η ενασχόληση με το γάλα δεν ήταν κάτι καινούργιο για την οικογένεια Κουκάκη, καθώς εκεί στη μεταξύ Πάικου και Κρουσίων περιοχή, στο Κιλκίς, λειτουργούσε από το 1977 αγελαδοτροφική μονάδα. Η ριζική στροφή γίνεται το 2000, όταν δημιουργείται και μονάδα παστερίωσης και πλέον ξεκινά τη λειτουργία της ως γαλακτοβιομηχανία. 

Η φάρμα παραμένει, όμως, δεν είναι πλέον μόνο φάρμα. Εκεί υπάρχει εργοστάσιο το οποίο λαμβάνει πρώτη ύλη και από άλλους αγελαδοτρόφους της περιοχής, φτάνοντας πλέον να επεξεργάζεται κάθε χρόνο περί τις 25.000 τόνους αγελαδινού γάλακτος.

Καινοτόμα προϊόντα

Αυτά που κάνουν τη «Φάρμα Κουκάκη» να ξεχωρίζει από την πρώτη στιγμή είναι η καινοτομία και η ποιότητα. Το 2001 είναι η πρώτη που τοποθετεί στην αγορά φρέσκο γάλα εμφιαλωμένο σε διαφανή φιάλη PET, επιτυγχάνοντας να αποσπάσει και να διατηρήσει ηγετικά μερίδια στη Βόρεια Ελλάδα στην αγορά των προϊόντων προστιθέμενης αξίας, των λεγόμενων premium προϊόντων. 

Το 2002 καινοτομεί ακόμη μία φορά, τοποθετώντας στην αγορά γιαούρτι σε γυάλινο μπολ, προϊόν μάλιστα που σήμερα ταξιδεύει και σε αγορές του εξωτερικού, ενώ το 2006 εισέρχεται και στην κατηγορία του σοκολατούχου γάλακτος με το προϊόν «Choco Full» το οποίο στη Βόρεια Ελλάδα έχει μερίδιο 40%.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 2010 και ενώ το 2009 η εταιρεία έχει προχωρήσει σε επενδύσεις 9 εκατ. ευρώ μπαίνει και στο στραγγιστό γιαούρτι και το 2011 στην κατηγορία του κεφίρ, προϊόντα αμφότερα με σημαντική εξαγωγική δυναμική. Το 2012, η «Φάρμα Κουκάκη» αποφασίζει να εισέλθει και στην κατηγορία των φυσικών χυμών ψυγείου, μια κατηγορία που δεν είναι σπάνια για τις περισσότερες γαλακτοβιομηχανίες, μιας και ειδικεύονται στα προϊόντα ψυγείου, με τους προμηθευτές εν προκειμένω της πρώτης ύλης να προέρχονται όχι από το Κιλκίς, αλλά από την Πελοπόννησο. Την ίδια χρονιά, η εταιρεία επεκτείνεται σε ακόμη μία κατηγορία, τα επιδόρπια (ρυζόγαλο, κρέμα σοκολάτα και κρέμα βανίλια) υπό την ονομασία «Γλυκισματοποιείον», τα οποία αποκτούν μεγαλύτερη δυναμική στην αγορά από το 2015 κι έπειτα, οπότε γίνεται το επαναλανσάρισμά τους.

Εκρηκτική ανάπτυξη

Πώς μεταφράζονται οι παραπάνω καινοτομίες και το «πάθος για την ποιότητα», όπως συχνά επαναλαμβάνει ο κ. Κουκάκης στη διάρκεια της συζήτησής μας, σε αριθμούς; Το 2008, λίγο δηλαδή πριν η κρίση χτυπήσει την ελληνική οικονομία και ένα χρόνο πριν από την εκδήλωση του «πολέμου τιμών» στην αγορά γάλακτος, ο τζίρος της «Φάρμα Κουκάκη» ανερχόταν σε 11,5 εκατ. ευρώ. Το 2017 έκλεισε με τζίρο 25,87 εκατ. ευρώ, υψηλότερο κατά 125% σε σύγκριση με το 2008. Τα κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) από 1,19 εκατ. ευρώ το 2008 και 10,4% του τζίρου, έφτασαν το 2017 σε 3,98 εκατ. ευρώ, αποτελώντας το 15,4% του τζίρου της. Η αξία των εξαγωγών από μόλις 150.000 ευρώ το 2008 φτάνει σήμερα τα 2 εκατ. ευρώ, καθώς την τελευταία τετραετία διπλασιάζονται χρόνο με το χρόνο.

Προϋπόθεση για τη συνέχιση της ανάπτυξης της εταιρείας είναι βεβαίως οι επενδύσεις. Την περίοδο 2008-2017, στην καρδιά της κρίσης, η «Φάρμα Κουκάκη» πραγματοποίησε επενδύσεις συνολικού ύψους 16,7 εκατ. ευρώ, ενώ για την πενταετία 2018-2022 προγραμματίζει νέες επενδύσεις ύψους 8,5 εκατ. ευρώ για τον περαιτέρω εκσυγχρονισμό του μηχανολογικού εξοπλισμού και την επέκταση της παραγωγικής δομής του εργοστασίου.

Τα σχέδια της εταιρείας περιλαμβάνουν επέκταση των υφιστάμενων κατηγοριών στις οποίες δραστηριοποιείται σε νέα προϊόντα, προσανατολισμένα στις σύγχρονες απαιτήσεις του καταναλωτή.

Επέκταση σε νέες αγορές με όπλο την ποιότητα

Ενα στα τέσσερα γιαούρτια που παράγει σήμερα η «Φάρμα Κουκάκη» καταναλώνεται εκτός Ελλάδος, καθώς μαζί με το κεφίρ αποτελούν τα προϊόντα που στηρίζουν την εξαγωγική δραστηριότητα της εταιρείας. Παρά τις πολλαπλάσιες εξαγωγές που πραγματοποιεί η βορειοελλαδίτικη γαλακτοβιομηχανία σήμερα σε σύγκριση με λίγα χρόνια πριν, ο κ. Κουκάκης απαντά με χαρακτηριστική συστολή στο ερώτημα για τις χώρες στις οποίες φτάνουν τα προϊόντα του. Διότι, όπως επισημαίνει ο ίδιος, έχουμε δει αρκετά…«πυροτεχνήματα» στον κλάδο τα τελευταία χρόνια. Σήμερα, τα προϊόντα εξάγονται σε 16 χώρες, ενώ μέσα στο 2018 η εταιρεία προγραμματίζει επέκταση σε άλλες τέσσερις χώρες, φτάνοντας συνολικά τις 20, σε Ευρώπη, Ασία και Μέση Ανατολή. Αιχμή του δόρατος αποτελούν οι αγορές της Ιταλίας, της Γαλλίας, της Ισπανίας, της Σουηδίας. Προϊόντα σε μικρότερες ποσότητες, αν και με ανοδική τάση, εξάγει η «Φάρμα Κουκάκη» και σε κάποιες μακρινές χώρες με πλέον χαρακτηριστικά παράδειγμα τη Μαλαισία και το Χονγκ Κονγκ.

Για τον κ. Κουκάκη δεν υπάρχουν «γιαούρτια Ξ» (κατά το φασολάκια Ξ που οι παλαιότεροι ίσως θυμούνται ότι υπήρχαν σε κάποιους τιμοκαταλόγους εστιατορίων σε τουριστικά θέρετρα και επρόκειτο συνήθως για χαμηλότερης ποιότητας και υψηλότερης τιμής μενού για τους ξένους τουρίστες). «Θέλουμε ο καταναλωτής στο εξωτερικό να απολαμβάνει ακριβώς αυτό που εισπράττει, καταναλώνοντας τα προϊόντα μας στην Ελλάδα», τονίζει. Και προσθέτει: «Δεν έχουμε διαφορετικές συνταγές για το εξωτερικό. Ο,τι πρεσβεύει η επιχείρηση στο εσωτερικό που είναι το πάθος για την ποιότητα, αλήθεια στον καταναλωτή, εμπιστοσύνη στη σχέση αυτή, τα ίδια ακριβώς πρεσβεύει και στο εξωτερικό».

«Στο εργοστάσιό μας υπάρχει μόνο ελληνικό γάλα»

 Από την 1η Απριλίου 2015 οι ποσοστώσεις αγελαδινού γάλακτος στην Ευρωπαϊκή Ενωση καταργήθηκαν, έπειτα από 31 χρόνια εφαρμογής του εν λόγω καθεστώτος, το οποίο είχε ως στόχο τον έλεγχο κυρίως της παραγόμενης ποσότητας, έτσι ώστε να μην πέφτουν οι τιμές και να προστατεύεται το εισόδημα των κτηνοτρόφων.

Στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια δεν ετίθετο ποτέ ζήτημα υπέρβασης της ποσόστωσης και καταβολής συμπληρωματικής εισφοράς –εν είδει προστίμου– από τους αγελαδοτρόφους, διότι κάθε χρόνο η παραγωγή υπολειπόταν της ποσόστωσης.

Το 2014/2015 η ελληνική εθνική ποσόστωση ήταν 878.298 τόνους, όμως η εθνική παραγωγή ανήλθε σε μόλις 609.605 τόνους. Ο δε αριθμός των παραγωγών ήταν μόλις 3.356 από 5.627 το 2007/2008. Το 2017, σύμφωνα με τα στοιχεία του αρμόδιου οργανισμού ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, η παραγωγή αγελαδινού γάλακτος στην Ελλάδα διαμορφώθηκε σε ακόμη χαμηλότερα επίπεδα, σε 602.411 τόνους, ενώ ο αριθμός των παραγωγών είναι μετά βίας 2.500. Επιπλέον, το 2017 τα επίσημα στοιχεία –με βάση τουλάχιστον όσα έχουν δηλωθεί στις αρμόδιες αρχές– εισήχθησαν 113.445 τόνοι αγελαδινού γάλακτος είτε ως έτοιμο προϊόν, είτε ως κρέμα, είτε ως σκόνη γάλακτος.

Την περίοδο 2008-2017 πραγματοποιήθηκαν επενδύσεις 16,7 εκατ., ενώ την 5ετία 2018-2022 προβλέπονται νέες, ύψους 8,5 εκατ.

Η παραγωγή

Την ίδια ώρα τα ράφια και τα ψυγεία των σούπερ μάρκετ στην Ελλάδα έχουν κατακλυστεί από γαλακτοκομικά προϊόντα που παράγονται κατά «100% από ελληνικό γάλα». Και δεν αναφερόμαστε, βεβαίως, στα προϊόντα τα οποία παρασκευάζονται με τη χρήση γίδινου ή πρόβειου γάλακτος.

Σύμφωνα με τον κ. Κουκάκη, που αν μη τι άλλο έχει γνώση του τι συμβαίνει στην αγορά, το ελληνικό γάλα επαρκεί για το 45% της ετήσιας κατανάλωσης γενικά γαλακτοκομικών προϊόντων. Το υπόλοιπο 55% εισάγεται είτε με τη μορφή πρώτης ύλης είτε ως τελικό προϊόν. «Και στο παρελθόν και στο παρόν και στο μέλλον ελληνικό γάλα θα εισκομίζεται στο εργοστάσιό μας, ελληνικό γάλα θα παράγουμε. Εμείς δεν το φωνάζουμε διότι η αλήθεια είναι ότι δεν έχουμε ανάγκη να το πράξουμε αυτό. Δεν χρειάζεται να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε ελέφαντες, διότι ποτέ δεν ήμασταν», τονίζει με νόημα.

Η γαλακτοβιομηχανία παραμένει ισχυρός κλάδος παρά τη μείωση της κατανάλωσης

Από την έναρξη της κρίσης η αγορά φρέσκου γάλακτος υπέστη ισχυρό πλήγμα, καθώς αρκετοί καταναλωτές στράφηκαν σε προϊόντα μεγαλύτερης διάρκειας, όπως το γάλα υψηλής παστερίωσης (ή γάλα υψηλής θερμικής επεξεργασίας) ή ακόμη και το γάλα μακράς διάρκειας έτσι ώστε να μην πληρώνουν άδικα, σε μια εποχή μειωμένων εισοδημάτων, γάλα που δεν καταναλώνουν εγκαίρως και αναγκάζονται να το πετάξουν.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της εταιρείας ερευνών αγοράς IRI, οι πωλήσεις γάλακτος από το σούπερ μάρκετ υποχώρησαν κατά 27% την περίοδο 2013-2017 με τις απώλειες να υπολογίζονται γι’ αυτή την περίοδο σε 85 εκατ. ευρώ. Σημειώνεται, βεβαίως, ότι το κανάλι των σούπερ μάρκετ δεν είναι το μοναδικό μέσω του οποίου πωλείται το γάλα, αλλά μέσω αυτών διατίθεται το 67,2%. Σύμφωνα, επίσης, με στοιχεία της IRI, το 2015 οι πωλήσεις γάλακτος ψυγείου (φρέσκο και υψηλής παστερίωσης) από 283,64 εκατ. ευρώ υποχώρησαν το 2016 σε 241,5 εκατ. ευρώ και έφτασαν το 2017 σε ακόμη χαμηλότερα επίπεδα, στα 230,5 εκατ. ευρώ. Η συρρίκνωση της αγοράς είναι εμφανής και με βάση τα στοιχεία του όγκου πωλήσεων. Το 2015, οι πωλήσεις διαμορφώθηκαν σε 225.793 λίτρα, το 2016 σε 191.223 λίτρα και το 2017 σε 188.001 λίτρα. Το πρώτο εξάμηνο του 2018 τα στοιχεία δείχνουν πως η κατηγορία του λευκού γάλακτος ψυγείου είναι πτωτική σε όγκο κατά 1,1% και σε όρους αξίας ανοδική κατά 2,5% σε σχέση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο. Ανοδο σημειώνουν τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας κατά 6% ως προς τον όγκο πωλήσεων και κατά 9,7% ως προς την αξία πωλήσεων.

Στην τρίτη θέση

Παρά τα όποια προβλήματα, η γαλακτοβιομηχανία αποτελεί στην Ελλάδα έναν από τους ισχυρότερους κλάδους της μεταποίησης τροφίμων. 

Σύμφωνα με την τελευταία ετήσια έκθεση για τον κλάδο Τροφίμων και Ποτών του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), τα γαλακτοκομικά προϊόντα καταλαμβάνουν την τρίτη θέση στη βιομηχανία τροφίμων από πλευράς ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας (14%), έχουν το 17% της συνολικής αξίας παραγωγής της βιομηχανίας τροφίμων, το 5% των επιχειρήσεων. 

Στη γαλακτοβιομηχανία πραγματοποιείται το δεύτερο μεγαλύτερο ποσοστό κύκλου εργασιών στην ελληνική μεταποίηση τροφίμων (14%), ενώ έχει την τρίτη υψηλότερη επίδοση παραγωγικότητας (49,3 ευρώ ανά εργαζόμενο). Η γαλακτοβιομηχανία αποτελεί τέλος τον τρίτο μεγαλύτερο εργοδότη στον κλάδο της μεταποίησης τροφίμων με πάνω από 15.000 εργαζομένους να απασχολούνται σε αυτήν. Μάλιστα, το 2017 το εργατικό δυναμικό στον τομέα της παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων αυξήθηκε κατά 29,3% σε σύγκριση με το 2016.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ