ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ακόμη μεγαλύτερη «συμπίεση» των δηλωθέντων εισοδημάτων –ειδικά αυτό των ελεύθερων επαγγελματιών και των επιτηδευματιών– αναμένεται να αποτυπωθεί στα στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων με την ολοκλήρωση της φετινής διαδικασίας υποβολής των φορολογικών δηλώσεων. Από την εκκαθάριση έξι εκατομμυρίων φορολογικών δηλώσεων –και ενώ υπολείπονται πλέον λιγότερες από 300.000 για να ολοκληρωθεί η διαδικασία– προκύπτει ότι έχουν βεβαιωθεί φόροι περίπου 2,7 δισ. ευρώ έναντι περίπου 3,5 δισ. ευρώ που είχαν βεβαιωθεί και το 2016 αλλά και το 2017. 

Για τρίτη διαδοχική χρονιά –και παρά το μπαράζ των φορολογικών μέτρων– η ΑΑΔΕ θα καταγράψει μείωση του μέσου φόρου ανά εκκαθαριστικό: Από τα 1.630 ευρώ που ήταν η μέση επιβάρυνση ανά εκκαθαριστικό το 2016, υπήρξε πτώση στα 1.492 ευρώ το 2017. Φέτος, το μέσο ποσό που βεβαιώνεται με τα χρεωστικά εκκαθαριστικά, διαμορφωνόταν μέχρι και την Παρασκευή στα 1.246 ευρώ.

Αν τα τελευταία 250-300.000 εκκαθαριστικά που εκκρεμούν δεν κρύβουν κάποιο εντυπωσιακό στατιστικό εύρημα (δηλαδή να βεβαιωθούν με αυτά πάνω από… 4.000 ευρώ ανά φορολογούμενο), η χρονιά θα κλείσει με μεγάλη μείωση στο βεβαιωθέν ποσό του φόρου εισοδήματος. Παρά τους θετικούς ρυθμούς με τους οποίους κινείται η οικονομία από το 2017, τη δημιουργία δεκάδων χιλιάδων νέων θέσεων εργασίας αλλά και το μπαράζ των φορολογικών μέτρων που έχουν ενεργοποιηθεί εις βάρος των φυσικών προσώπων ειδικά μετά τον Μάιο του 2016 (σ.σ. μείωση αφορολογήτου, αύξηση εισφοράς αλληλεγγύης, νέα φορολογική κλίμακα με πρόσθετες επιβαρύνσεις για μεσαία και υψηλά εισοδήματα, κατάργηση όλων των εκπτώσεων φόρου μεταξύ των οποίων και αυτής των ιατρικών δαπανών) οι εισπράξεις από τον φόρο εισοδήματος θα είναι το 2018 αισθητά λιγότερες σε σχέση με το 2016. Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά:

• Ο φόρος εισοδήματος (φυσικών και νομικών προσώπων) απέδωσε το 2017 λιγότερα σε σχέση με το 2016 (11,78 δισ. ευρώ έναντι 12,14 δισ. ευρώ το 2016). Για το 2018, είχε προϋπολογιστεί να εισπραχθούν 12,047 δισ. ευρώ αλλά –προς το παρόν– τα στοιχεία εκτέλεσης του φετινού προϋπολογισμού εμφανίζουν υστέρηση 306 εκατ. ευρώ και ενώ δεν έχουν αποτυπωθεί ακόμη οι εισπρακτικές επιδόσεις κατά το β΄ εξάμηνο που είναι και το πλέον κρίσιμο.

• Ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων απέφερε το 2017 περίπου 8,313 δισ. ευρώ έναντι 8,171 δισ. ευρώ το 2016, αλλά για να υπάρξει αυτή η αύξηση των 142 εκατ. ευρώ, χρειάστηκε να επιβληθούν πρόσθετα φορολογικά μέτρα άνω των 1,6 δισ. ευρώ. Για το 2018, το υπουργείο Οικονομικών έχει προβλέψει ότι τα έσοδα θα φτάσουν στα 8,725 δισ. ευρώ. Ηδη, με το μεσοπρόθεσμο ο πήχυς κατέβηκε χαμηλότερα στα 8,6 δισ. ευρώ αλλά και σε σχέση με τον αναθεωρημένο στόχο, στο εξάμηνο υπάρχει υστέρηση της τάξεως των 210 εκατ. ευρώ. Το υπουργείο Οικονομικών αποδίδει σε συγκυριακούς λόγους αυτή την υστέρηση (μη καταβολή από τον ΕΦΚΑ οφειλόμενου ποσού από φόρο εισοδήματος) ωστόσο με την υστέρηση που καταγράφεται στα εκκαθαριστικά, πολύ δύσκολα θα επιτευχθεί ο στόχος των 8,6 δισ. ευρώ.

• Ο φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων απέφερε το 2017 περίπου 3,471 δισ. ευρώ έναντι 3,969 δισ. ευρώ το 2016. Για το 2018, προϋπολογίζονταν ούτως ή άλλως λιγότερα (3,322 δισ. ευρώ με τον προϋπολογισμό και 3,465 δισ. ευρώ με το μεσοπρόθεσμο) αλλά στο εξάμηνο υπάρχει υστέρηση 138 εκατ. ευρώ. Και αυτή αποδίδεται από το υπουργείο Οικονομικών σε συγκυριακούς λόγους (καθυστερημένη υποβολή φορολογικών δηλώσεων).

Η εκκαθάριση των φετινών φορολογικών δηλώσεων αναμενόταν με ιδιαίτερη αγωνία και στο υπουργείο Οικονομικών, καθώς το 2017 ήταν χρονιά πλήρους… συνειδητοποίησης από την πλευρά των αυτοαπασχολουμένων των επιπτώσεων από την εφαρμογή του νέου ασφαλιστικού νόμου. Οι φόβοι ότι θα δηλωθούν λιγότερα κέρδη για να μειωθούν οι επιβαρύνσεις όχι μόνο από τον φόρο και τις προκαταβολές αλλά και από τις ασφαλιστικές εισφορές, δείχνουν να επιβεβαιώνονται. Είτε με την επίκληση περισσότερων επαγγελματικών δαπανών, είτε με την έκδοση λιγότερων τιμολογίων στο σκέλος των εσόδων, οι επαγγελματίες εμφανίζουν φέτος –για δεύτερη συνεχή χρονιά– ολοένα και λιγότερα κέρδη. Αυτό, σε επίπεδο εκκαθάρισης, έχει διπλά αρνητικές συνέπειες καθώς μετά την αύξηση του συντελεστή προκαταβολής και για τους αυτοαπασχολουμένους στο 100%, μείωση κερδών μπορεί να επιφέρει όχι μόνο μείωση βεβαιωθέντος φόρου αλλά ακόμη και δικαίωμα επιστροφής. Η ΑΑΔΕ δεν έχει δημοσιεύσει ακόμη τα στατιστικά της περυσινής χρονιάς για το περιεχόμενο των φορολογικών δηλώσεων προκειμένου να αποτυπωθεί και επίσημα μείωση φορολογητέας ύλης των αυτοαπασχολουμένων κατά περίπου 900 εκατ. ευρώ. Ομως, τα στοιχεία από την εκτέλεση του προϋπολογισμού είναι αυτά που αποτυπώνουν την εικόνα. Το 2017, τα έσοδα από την παρακράτηση φόρου των φυσικών προσώπων πλην μισθωτών και συνταξιούχων περιορίστηκαν στα 708 εκατ. ευρώ από 764 εκατ. ευρώ το 2016, ενώ και τα έσοδα από το τέλος επιτηδεύματος μειώθηκαν στα 512 εκατ. ευρώ από 537 εκατ. ευρώ το 2016.

Στη διαφαινόμενη νέα μείωση της φορολογητέας ύλης αναμένεται να συμβάλλουν και οι μισθωτοί. Ο αριθμός των εργαζομένων ναι μεν αυξάνεται αλλά οι αποδοχές που εμφανίζονται είναι της τάξεως των 600-700 ευρώ τον μήνα. Σε αυτά τα ποσά δεν βεβαιώνεται ούτε φόρος ούτε εισφορά αλληλεγγύης. Οσο για τους συνταξιούχους, στη στατιστική της εκκαθάρισης, αποτυπώνεται η συνεχιζόμενη μείωση της μέσης σύνταξης καθώς οι υψηλότερες συντάξεις χάνονται (κυρίως λόγω θανάτων) και αντικαθίστανται από συντάξεις χηρείας, οι οποίες συνήθως κινούνται στα όρια του αφορολογήτου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ