ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Κυριακή στις φλόγες

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

Τα «παλιά τα χρόνια» οι φωτιές «έμπαιναν» Παρασκευή. Ή Σάββατο. Όταν λέω «παλιά», εννοώ τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, την εποχή που κάθε φωτιά ήταν τελεσίδικα «εμπρησμός». Κανείς δεν μπορούσε να δώσει στοιχεία, κανείς δεν έμπαινε φυλακή, αλλά επικρατούσε μια γενικευμένη βεβαιότητα: τα δάση καίγονται για να επεκταθούν οι οικισμοί, για να χτίσουν οι πλούσιοι, για να επωφεληθούν οι επιτήδειοι. 

Έτσι είχε δημιουργηθεί μια άγραφη παράδοση που ήθελε τις μεγάλες φωτιές να ξεσπούν παραμονές Σαββατοκύριακου, έτσι ώστε ο κρατικός μηχανισμός να πιαστεί στον ύπνο και οι περίοικοι των προαστίων να λείπουν από τα σπίτια τους και να κάνουν αμέριμνοι διακοπές σε κάποια μακρινή εξοχή. 

 Αυτό συνέβη και στη μεγάλη φωτιά στην Ανατολική Αττική, το καλοκαίρι του 2009. Το Σάββατο 22 Αυγούστου ξυπνήσαμε με την είδηση μιας «μικρής», κατά τα φαινόμενα, φωτιάς στο Γραμματικό. Τίποτα το πολύ σημαντικό, αλλά μέχρι το μεσημέρι ο ΣΚΑΪ μετέδιδε ανησυχητικές εικόνες εξάπλωσης της πυρκαγιάς προς τον Μαραθώνα. Όχι πολλές ώρες μετά, ο ουρανός στην Αθήνα είχε μισοσκοτεινιάσει ή, για να γίνω λίγο πιο γλαφυρός, «έβρεχε στάχτη», ένδειξη ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά. Δυστυχώς, όπως κι άλλες καυτές Κυριακές του αθηναϊκού θέρους, έτσι κι εκείνη την Κυριακή 23 Αυγούστου του 2009 μας βρήκε απαθείς και αποκαρδιωμένους μπροστά από τις τηλεοράσεις. Η φωτιά είχε μπει πια στα υπερβόρεια προάστια της Αθήνας, Σταμάτα και Ρέα, σε λίγο οι φλόγες θα έγλειφαν τις πλαγιές του Διονύσου. 

Σε αυτό το σημείο οφείλω να ομολογήσω ότι οι πυρκαγιές έχουν έναν παράξενο αντίκτυπο μέσα μου, δεν μπορώ να το εξηγήσω ακριβώς, ούτε καν στους πιο δικούς μου ανθρώπους. Δεν είναι ακριβώς ευαισθησία, είναι κάτι πιο περίπλοκο, που για κάποιον άγνωστο λόγο μού προκαλεί ένα είδος βαριάς, παραλυτικής στενοχώριας και με ακινητοποιεί. Δεν έχω όρεξη να φάω, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ και στην πραγματικότητα θέλω να τρέξω κάπου να κρυφτώ.

Εκείνη την Κυριακή αποφάσισα να μην ψάξω για κρυψώνα (δεν υπήρχε και το Netflix), αλλά μαζί με έναν άλλο φίλο, με παρόμοια συμπτωματολογία, αποφασίσαμε να πάμε να βοηθήσουμε στο βουνό. Πήραμε πετσέτες (το είχαμε δει στην τηλεόραση), μπήκαμε στο αυτοκίνητο, παρκάραμε σε ασφαλές σημείο και περπατήσαμε μέχρι τη διασταύρωση με τη λεωφόρο Διονύσου, όπου συναντήσαμε άλλους, «κανονικούς» εθελοντές. Ευτυχώς πέσαμε σε ευγενικούς ανθρώπους που δεν ξέσπασαν σε γέλια βλέποντας δύο άντρες κοντά στα 40, με κοντομάνικα, πετσετούλες και βερμούδες, να θέτουν τον εαυτό τους στην υπηρεσία του έθνους.

Θα μπορούσε να ήταν σκηνή από τους «Μόντι Πάιθονς», κάτι που συνειδητοποιήσαμε πολύ γρήγορα βλέποντας πόσο καλά εκπαιδευμένοι ήταν οι εθελοντές, τους περισσότερους από τους οποίους δεν μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε από τους επαγγελματίες πυροσβέστες. Εκείνη την Κυριακή μάθαμε πολλά περισσότερα για τη συμβολή των εθελοντών, ακόμα κι αν δεν ρίχνονταν όλοι στις φλόγες. Συντονίζουν περίπλοκες αλλά απολύτως χρήσιμες δράσεις στα «μετόπισθεν», που την ώρα της «μάχης» μετράνε πολύ. Παρά την κωμική διάσταση (και κατάληξη) της πρωτοβουλίας μας, ήταν μια Κυριακή που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Ζήσαμε για λίγο το πνεύμα μιας ενωμένης κοινότητας που πάλευε οργανωμένα και με μεγάλο πάθος για έναν κοινό στόχο: αν η φωτιά έμπαινε στον Διόνυσο, δεν θα σταματούσε παρά μόνο στην Κηφισιά. Αργά τη νύχτα φύγαμε. Είχαμε προλάβει τα πρώτα χαμόγελα αισιοδοξίας και τις πρώτες σφιγμένες γροθιές ικανοποίησης. Οι φλόγες είχαν νικηθεί. Έστω και χωρίς εμάς. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ