ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είναι σπάνιο ένας νέος άνθρωπος να κοιτά πίσω, να ενδιαφέρεται να αναζητήσει την παράδοση, ιδίως όταν αυτή αφορά τον κόσμο του βιβλίου και των εκδοτών. Η νεαρή συγγραφέας Καουτέρ Αντιμί, Αλγερινή στην καταγωγή, που τώρα ζει στο Παρίσι, γοητεύθηκε από την προσωπικότητα ενός σημαντικού ανθρώπου για τον τόπο της, του Εντμόντ Σαρλό, του Αλγερινού πρώτου εκδότη του Καμύ.

Μελέτησε την ιστορία του και ανασυστήνει δημιουργικά στο βιβλίο της, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις, με τίτλο «Τα πλούτη μας», τις ημερολογιακές καταγραφές ενός ανθρώπου που συνδέθηκε βαθιά με την αγάπη για το βιβλίο, τη φιλαναγνωσία, τη στήριξη και προώθηση αυτού του κόσμου, όπως είδε και την αρνητική εξέλιξη αυτής της τάσης, σε μια χώρα που δείχνει να μην έχει ανάγκη τον πνευματικό πλούτο.

Στο βιβλίο της βραβευμένης Καουτέρ Αντιμί οι αναλογίες της Αλγερίας με την Ελλάδα είναι παραπάνω από προφανείς. Η «Κ» αναζήτησε τη συγγραφέα με την έκδοση του βιβλίου της στα ελληνικά. Επειτα από αρκετό καιρό, λόγω δικών της ανειλημμένων υποχρεώσεων, μας τίμησε με τις απαντήσεις της.

– Πώς προέκυψε η ιδέα να γράψετε για τον Εντμόντ Σαρλό, τον πρώτο εκδότη του Καμύ;
– Το βιβλίο γεννήθηκε από μια φράση: «Ενας άνθρωπος που διαβάζει αξίζει για δύο», η οποία είναι γραμμένη στην πρόσοψη της οδού Χαμάνι 2Β, αλλά και από την επιθυμία να αποτίσω φόρο τιμής σε όλους όσοι επέλεξαν τη λογοτεχνία για οδηγό στη ζωή τους.

Ο Εντμόντ Σαρλό είχε απίστευτη ζωή: Στα είκοσί του εξέδωσε τον Καμύ και άνοιξε έναν εκδοτικό οίκο, ένα βιβλιοπωλείο, και μια βιβλιοθήκη φιλοδοξώντας να δημοσιεύσει συγγραφείς από όλη τη Μεσόγειο. Στα τριάντα του έκανε φυλακή, ήταν αντιστασιακός στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κι ετοιμαζόταν να κατακτήσει το Παρίσι με τους συγγραφείς του. Στα σαράντα του, επιστρέφει στο Αλγέρι κατεστραμμένος και ξεκινά μια καινούργια περιπέτεια. Στα πενήντα του, βλέπει το έργο της ζωής του να εξανεμίζεται μέσα σε δύο πλαστικούς κάδους, που το έκαψαν, το οποίο απέδωσαν στην Οργάνωση Μυστικός Στρατός (OAS).

– Ποια είναι τα πνευματικά χαρακτηριστικά του καλού εκδότη και ποια, κατά τη γνώμη σας, του καλού συγγραφέα;
– Θα παραθέσω τα λόγια του Πικσού: «Το ταλέντο δεν είναι από μόνο του τίποτα, Καπετάνιε, χρειάζεται έμπνευση και φιλοδοξία».

– Η Ελλάδα έχει αρκετά κοινά σημεία με αυτά που περιγράφετε σε σχέση με τη χώρα καταγωγής σας. Και εδώ ο χώρος των ιδεών μοιάζει περιττός. Γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό, τουλάχιστον στη δική σας περίπτωση;
– Αυτό οφείλεται ίσως στην ιδέα ότι κάθε τόπος, κάθε πράγμα, οφείλει να είναι αποδοτικό με την έννοια του κέρδους φυσικά. Το ζήτημα της αποδοτικότητας βρίσκεται στο κέντρο όλων των συλλογισμών. Πιστεύω, είμαι πεπεισμένη ότι δεν είναι λογικό να σκέφτεσαι έτσι για τους χώρους του πολιτισμού, για τους τόπους που προάγεται, ενισχύεται η γνώση. Φυσικά και αυτοί οι χώροι δεν είναι αποδοτικοί όσο ένα σουβλατζίδικο. Το να κλείνεις ένα βιβλιοπωλείο ή να μη δημιουργείς βιβλιοθήκες επειδή δεν είναι «κερδοφόρα» αυτό δεν είναι λύση. Αντίθετα, πρέπει να αναρωτιέσαι γιατί δεν έχει αρκετή επισκεψιμότητα, να δουλεύεις για να τη φέρεις πιο κοντά στους περιοίκους, στους νέους ανθρώπους κ.λπ. Δυστυχώς, σε πολλές χώρες, ίσως όπως η δική σας, το ζήτημα της κερδοφορίας και η ανάγκη για έλεγχο των κερδών αλλά και για ομοιογένεια μιας περιοχής καταστρέφουν τα μικρά βιβλιοπωλεία της γειτονιάς, με αποτέλεσμα να απομακρύνονται ακόμα περισσότερο οι κάτοικοι από τα βιβλία.

– Πώς μυηθήκατε στη λογοτεχνία;
– Μυήθηκα μέσα από την ανάγνωση. Πριν από τη γραφή και πάνω από αυτή, είμαι κατά βάση αναγνώστρια. Μια αναγνώστρια άλλοτε βουλιμική, άλλοτε πιο συγκρατημένη. Ξεκίνησα να γράφω πολύ νωρίς, στα οκτώ μου έτη. Ομως χωρίς να σκεφτώ ούτε για ένα δευτερόλεπτο να γίνω συγγραφέας. Τότε τα βιβλία με γοήτευαν, έμοιαζαν στα μάτια μου να υπάρχουν χωρίς τους συγγραφείς. Εξάλλου δεν με ενδιέφεραν οι συγγραφείς που έγραφαν τα βιβλία, αλλά με ενδιέφεραν μόνο οι λέξεις, οι ιστορίες τους. Είχα την τύχη στα δεκαεννιά μου χρόνια να κερδίσω ένα βραβείο (το βραβείο του νέου Γαλλόφωνου συγγραφέα) χάρη σε μια νουβέλα. Ηταν ένα μικρό ενθαρρυντικό χτύπημα στην πλάτη, το οποίο χρειαζόμουν. Επειτα ο Μπαρζάκ, ο Αλγερινός εκδότης μου, μου πρότεινε να διαβάσει τα χειρόγραφά μου και έτσι ξεκίνησαν όλα.

– Τι είναι αυτό που βοηθά την παρατήρησή σας;
– Τριγυρίζω πολύ και παντού και μου αρέσει να ακούω συζητήσεις αγνώστων. Αλλωστε, πρέπει να ομολογήσω, δεν έχω πάντα και πολύ καλούς τρόπους.

Ευχαριστώ τη διερμηνέα Ελένη Ζήση για τη βοήθεια στην απόδοση της συνέντευξης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ