ΘΕΑΤΡΟ

Επιτέλους, αριστοφανικό θέατρο με ποιότητες που είχαν ξεχαστεί

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Εξοχος ο Μάκης Παπαδημητρίου, ευφυής, με κείνη την κωμική στόφα που μπορεί να προκαλέσει γέλιο με το τίποτα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Eίναι ευχάριστο να διαπιστώνεις ότι ανήκει στο παρελθόν η τάση με τις «επιθεωρησιακού» τύπου παρεμβάσεις στις αριστοφανικές κωμωδίες και τον υπερτονισμό των φαλλικών/γενετήσιων αναφορών που υπάρχουν στα έργα του Αριστοφάνη. Οι «Θεσμοφοριάζουσες», όπως τις σκηνοθέτησε ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, ήταν μία παράσταση ευγενής στις προθέσεις της (με βασικό, νομίζω, στόχο να αναδειχθούν ποιότητες του αριστοφανικού θεάτρου που έχουν ξεχαστεί) και καλαίσθητη ως προς το τελικό αποτέλεσμα. Με τη συνδρομή του Παντελή Μπουκάλα, που υπογράφει την υποδειγματική απόδοση στη νεοελληνική, ξεπερνάει ήσυχα τη σύγχυση που αντιμετωπίζουμε κάθε φορά που προσπαθούμε να ορίσουμε τι σημαίνει «λαϊκό».

Στην αρχαία κωμωδία αποτυπώνεται μία διαφορετική, προχριστιανική κουλτούρα την οποία, ακόμη και σήμερα, αναβιώνουμε μέσα από ποικίλα φίλτρα, γιατί ελευθεριάζει ως προς τις φυσικές ανθρώπινες λειτουργίες και τις σεξουαλικές δραστηριότητες τόσο απενοχοποιημένα που ενοχλεί τους συντηρητικούς θεατές. Και όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στις εξελιγμένες δυτικές χώρες, όπως επισήμανε ο «ειδικός» Αλέξης Σολομός (1918-2012): « […] Κάτι έπρεπε, λοιπόν, να γίνει για να πάρει ο Αριστοφάνης άφεση αμαρτιών –αμαρτιών ανύπαρκτων– και ν’ αποκατασταθεί επίσημα κι αδιαφιλονίκητα στη θεατρική σκηνή και θυμέλη. Για να αποκατασταθεί, ας τονίσουμε, όχι σαν αλλόκοτο αρχαιολογικό κατάλοιπο, μα σαν ζωντανός συγγραφέας όλων των εποχών. Αυτό το κάτι συντελέστηκε επιτέλους στα 1956, όταν ο τότε διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου Αιμίλιος Χουρμούζιος και η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή καθιέρωσαν την εβδομάδα Αττικής Κωμωδίας στο Ηρώδειο και πρωτάνοιξαν τις πύλες της Επιδαύρου για τον ελληνικό λαό και για όλους τους λαούς που έρχονταν προσκυνητές στον τόπο μας» (από την ομιλία του στην τελετή αναγόρευσής του σε επίτιμο διδάκτορα του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών ΕΚΠΑ, Μάιος 1997).

Μετά τις «Εκκλησιάζουσες» και τη μεγάλη επιτυχία της «Λυσιστράτης» που σκηνοθέτησε για την Επίδαυρο ο Αλέξης Σολομός, με συνεργάτες τον Γιώργο Βακαλό (σκηνογραφία) και τον Μάνο Χατζιδάκι (μουσική), οι αριστοφανικές κωμωδίες εντάχθηκαν επιτέλους στον Κανόνα του κλασικού ρεπερτορίου και το Εθνικό τις συμπεριέλαβε στις καλοκαιρινές παραγωγές του.

Eως το 1964 ο Αλέξης Σολομός είχε ανεβάσει 7 κωμωδίες του Αριστοφάνη, εγκαθιστώντας την «καθώς πρέπει αριστοφανική» σχολή του Εθνικού. Στις μεταφράσεις του Θρασυβούλου Σταύρου που χρησιμοποίησε o Σολομός, αφαιρέθηκαν ή προσαρμόστηκαν καταλλήλως τα φαλλικά στοιχεία και τα σεξουαλικού και κοπρολογικού περιεχομένου αστεία. Η επικοινωνιακή δύναμη του λόγου ανατέθηκε στην υποκριτική ικανότητα και δημοτικότητα των κωμικών που διέθετε εκείνα τα χρόνια το Εθνικό. Βεβαίως, οι κριτικοί ενοχλήθηκαν άλλοτε από τα φαρσικά και επιθεωρησιακά στοιχεία της αναβίωσης, άλλοτε από τις επεμβάσεις του μεταφραστή που δεν ήταν «φιλολογικά ορθές».

Ως γνωστόν, την ερμηνευτική σχολή του Εθνικού «χτύπησε» ο Κουν με τους «Ορνιθες» στο Ηρώδειο το 1959, σε μετάφραση Ρώτα, σκηνογραφία Τσαρούχη και μουσική Χατζιδάκι. Ο Κουν εισηγήθηκε τη σχέση της αριστοφανικής κωμωδίας με τον λαϊκό πολιτισμό της νεότερης Ελλάδας, τις ποικίλες μορφές λαϊκού θεάτρου και το καρναβάλι. Τη δική του γραμμή ακολούθησαν καθ’ υπερβολήν οι σκηνοθέτες του ’80 και του ’90 που δυσφήμησαν τα αριστοφανικά έργα με παραστάσεις στις οποίες εξαφανίστηκε η ποίηση του Αριστοφάνη (στα χορικά) αλλά περίσσευαν οι φαλλοί και η εύκολη επικαιροποίηση της πολιτικής σάτιρας.

Αν αναφέρθηκα στις δύο ερμηνευτικές γραμμές που σημάδεψαν την πρόσληψη του αριστοφανικού θεάτρου στο β΄ μισό του 20ού αι. είναι γιατί 60 χρόνια μετά τις πρώτες «Θεσμοφοριάζουσες» στην Επίδαυρο, ο Θεοδωρόπουλος σα να επιδιώκει να αποκαταστήσει την παρακαταθήκη του Σολομού σε μια πιο χαλαρή συνθήκη. Είναι μια παράσταση ισορροπημένη ως προς τα στοιχεία που την αποτελούν, με ευφρόσυνη γλώσσα, που αξιοποιεί τη θεατρικότητα των μεταμφιέσεων και της παρατραγωδίας (στις σκηνές των «Θεσμοφοριαζουσών» που παρωδείται η τραγωδία, το αντίπαλον είδος).

Κρίνοντας από τις φωτογραφίες των αριστοφανικών παραστάσεων του Σολομού, έχω την εντύπωση ότι η σκηνογραφία της Μαγδαληνής Αυγερινού και τα κοστούμια του Αγγελου Μέντη είναι κοντά στο πνεύμα του Βακαλό. Η πρώτη έστησε στο πίσω μέρος της σκηνής του αργολικού θεάτρου μικρά πάνινα σπιτάκια που παραπέμπουν στα πρόχειρα καταλύματα που έφτιαχναν στην Πνύκα οι γυναίκες που συμμετείχαν στην τετραήμερη γιορτή των Θεσμοφορίων. Η πρώτη εικόνα, με τα σπιτάκια να φωτίζονται και τις γυναίκες να βγαίνουν μία μία αγουροξυπνημένες, και αναμαλλιασμένες, ανοίγει την όρεξη για τη συνέχεια. Ο Μέντης πήρε μοτίβα από τα αρχαιοελληνικά αγγεία και τοιχογραφίες και τα τύπωσε σε ύφασμα βαμμένο με χρώμα κρόκου. Μ’ αυτό έφτιαξε φαρδιά φορέματα σε σχήμα καμπάνας για να ντύσει τις γυναίκες, με σαφώς παιγνιώδη διάθεση. Η (απολαυστική) Αντρη Θεοδότου, η Ελενα Ουζουνίδου, η Νάντια Κοντογεώργη, η Μαρία Κατσανδρή στους πρωταγωνιστικούς ρόλους και οι υπόλοιπες ηθοποιοί του Χορού ήταν ένα θαυμάσια δεμένο σύνολο. Εκτός από τους τρεις μουσικούς επί σκηνής, αρκετές εξ αυτών έπαιζαν ζωντανά την, όμορφα ταιριασμένη με τη δράση, μουσική του Νίκου Κυπουργού.

Βέβαια, οι άνδρες είναι αυτοί που εξασφαλίζουν την επιτυχία της παράστασης. Οχι μόνο επειδή είναι εξαιρετικοί ηθοποιοί αλλά επειδή οι ανδρικοί ρόλοι (με δύο θηλυπρεπείς, έναν να μεταμφιέζεται σε γυναίκα κι έναν βάρβαρο που «σκοτώνει» την ελληνική) είναι σαφώς πιο αβανταδόρικοι από τους γυναικείους. Εξοχος ο Μάκης Παπαδημητρίου, ευφυής, και με κείνη την πολύτιμη κωμική στόφα που μπορεί να προκαλέσει γέλιο με το τίποτα. Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος ως Ευριπίδης, ο Γιώργος Παπαγεωργίου (υπηρέτης του Αγάθωνος, Κλεισθένης, πρύτανης) και ο Γιώργος Χρυσοστόμου (Αγάθων, Σκύθης), απολαυστικοί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ