ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Το πρόβλημα των κόκκινων δανείων

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΕΡΑΚΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ​​αντιμετώπιση του προβλήματος των κόκκινων δανείων αναμφίβολα είναι αναγκαία προϋπόθεση για την επιστροφή του τραπεζικού συστήματος και της ελληνικής οικονομίας στην κανονικότητα. Υπάρχουν όμως αρκετά σημεία στη σχετική νομοθετική ρύθμιση που δικαιολογούν επιφυλάξεις ως προς την ορθότητα και την αποτελεσματικότητά της. Ενα από αυτά, κρίσιμο ίσως για την επιτυχία ή μη του εγχειρήματος, αποτελεί η βασική πρόβλεψη της ρύθμισης ν’ αναθέσει την υποβολή των αιτήσεων και την τήρηση της όλης διαδικασίας στην Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (εκτός από την πρώτη περίοδο εφαρμογής του νόμου, όπου οι αιτήσεις θα κατατίθενται στις Διευθύνσεις Ανάπτυξης των Περιφερειακών Ενοτήτων της χώρας), ήτοι σε μία δημόσια υπηρεσία.

Αλλά ποιος ο λόγος μιας τέτοιας επιλογής, όταν ο δημόσιος τομέας στην Ελλάδα ούτε κάποια ιδιαίτερη εξοικείωση διαθέτει με την επιχειρηματικότητα ούτε την παραμικρή εμπειρία έχει σε σχέση ειδικότερα με τη διαχείριση ιδιωτικών απαιτήσεων; Και, κυρίως, υπάρχουν εχέγγυα ότι θα τα καταφέρει; Η αλήθεια είναι πως όχι. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι η δημιουργία της ειδικής ηλεκτρονικής πλατφόρμας στην οποία θα υποβάλλονται οι αιτήσεις έχει ήδη ανακοινωθεί ότι θ’ ανατεθεί σε ιδιώτες, ουδείς δε μπορεί να αποκλείσει ότι δεν θα συμβεί τελικά το ίδιο και με τη διαχείρισή της.

Επιπλέον, υπάρχουν και οι εύλογες ανησυχίες για την καλή, αδιάλειπτη, αποτελεσματική και πολιτικά αμερόληπτη τήρηση των προβλεπόμενων διαδικασιών στις γνωστές συνθήκες λειτουργίας της ελληνικής δημόσιας διοίκησης.

Τι διαφορετικό θα μπορούσε να γίνει; Ν’ ανατεθεί το έργο αυτό στα επιμελητήρια και στους δικηγορικούς συλλόγους, που διαθέτουν το κατάλληλο σε γνώσεις και εμπειρία ανθρώπινο δυναμικό και, συνεπώς, αξιόπιστα και αποτελεσματικά μπορούν ν’ αναλάβουν την όλη διαδικασία.

Αυτό ενισχύεται από δύο ακόμη στοιχεία. Το πρώτο είναι ότι τα επιμελητήρια και οι δικηγ. σύλλογοι δεν αποτελούν μέρος του προβλήματος και, άρα, παρέχουν τις απαραίτητες εγγυήσεις ουδετερότητας για την ανάληψη του συγκεκριμένου έργου, αντίθετα με το Δημόσιο, το οποίο σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις θα εμπλέκεται ως πιστωτής στη διαδικασία και, επομένως, θα ενδιαφέρεται κυρίως για τα δικά του συμφέροντα, εξ ορισμού αντικρουόμενα με αυτά των αιτούντων.

Το δεύτερο σχετίζεται με την αναστολή κάθε διαδικασίας εκτέλεσης και λήψης ασφαλιστικών μέτρων, η οποία αυτοδικαίως προσφέρεται σε όλους τους αιτούντες έως τη σύναψη συμφωνίας ή την οριστική διαπίστωση αδυναμίας επίτευξής της. Μια τέτοιας ευρύτητας καθολική προστασία, έστω προσωρινή (για ένα διόλου όμως ευκαταφρόνητο χρονικό διάστημα), ανεξάρτητα από τα νομικά ζητήματα που ενδεχομένως γεννά λόγω ιδίως της έλλειψης οποιασδήποτε σχετικής δικαστικής κρίσης για τη χορήγησή της, πιθανότατα θα προκαλέσει και σοβαρές πρακτικές παρενέργειες. Διότι βάσιμα θα πρέπει να αναμένεται καταιγισμός αιτήσεων με μοναδικό στόχο την προαναφερόμενη αναστολή. Μπορεί η ελληνική δημόσια διοίκηση ν’ ανταποκριθεί σε τέτοιες συνθήκες με τη δέουσα ταχύτητα και αποτελεσματικότητα; Αμφίβολο.

Ολα τα παραπάνω συνηγορούν στην ανάθεση του σημαντικού αυτού εγχειρήματος στα επιμελητήρια και τους δικηγορικούς συλλόγους, με την υποστήριξη διαπιστευμένων διαμεσολαβητών, πολύ περισσοτέρων όμως απ’ όσους προβλέπεται σήμερα, με διαφανή τρόπο επιλογής τους, αξιοπρεπή αμοιβή και ουσιαστικές αρμοδιότητες.

Κατά τα λοιπά, δεν έχουν απαντηθεί βέβαια ακόμη πολλές από τις ενστάσεις που έχουν από νωρίς διατυπωθεί, κυρίως ως προς το εύρος της ρύθμισης, που κατ’ αρχήν αποκλείει τους ελεύθερους επαγγελματίες, παραβλέποντας αδικαιολόγητα τον κρίσιμο ρόλο τους στη λειτουργία της οικονομίας.

* Ο κ. Παναγιώτης Περάκης είναι δικηγόρος, μέλος Δ.Σ. ΔΣΑ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ