Κάποτε βρέθηκα στον χώρο ενός ευκατάστατου συνεργάτη. Εκείνο το απόγευμα αφοσιωθήκαμε στην εργασία μας, χωρίς να αντιληφθούμε πόσο σύντομα βράδιασε. «Να σας προσφέρω ένα ουίσκι;» ρώτησε ο οικοδεσπότης, πρόταση που αποδέχτηκα αμέσως. Τον παρακολούθησα να πατάει διακριτικά ένα κουμπί και σε δευτερόλεπτα ακούστηκε ένα σταθερό χτύπημα στην πόρτα. Μια ευγενική μορφή με κομψό κοστούμι και παπιγιόν εμφανίστηκε. «Τι επιθυμεί ο κύριος;» ρώτησε με πραότητα. 

Μάλιστα. Είχα μπροστά μου έναν Έλληνα μπάτλερ. Ο Παναγιώτης Αλεξόπουλος είναι πιστοποιημένος Head Butler και αυτό το καλοκαίρι προσφέρει υπηρεσίες σε βίλα των Κυκλάδων.

Όμως, πώς γίνεται κάποιος μπάτλερ; Εκτός από την ευγένεια, τι άλλα προσόντα χρειάζεται να έχει; Ποια είναι τα καθήκοντα ενός μπάτλερ και πόσο έχει αλλάξει το επάγγελμα σε σχέση με τα παλαιότερα χρόνια;

«Μεγάλωσα στην Κυπαρισσία της Μεσσηνίας. Βλέποντας ηθοποιούς σε ρόλο μπάτλερ, έλεγα: “Αυτό θα γίνω όταν μεγαλώσω”. Έτσι, αφού εργάστηκα στο room service του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρεταννία, στο Island bar-restaurant και στο Da Capo, άφησα την οικογένειά μου για δυόμισι μήνες και πήγα στο Βέλγιο, όπου βρίσκεται το School for Butlers and Hospitality του εκπαιδευτή Βίνσεντ Βερμιούλεν. Εκπαιδευτήκαμε σε διάφορα αντικείμενα, όπως μαγειρική, suitcase packing, savoir vivre κ.ά. Και ταξιδέψαμε αρκετά».

Ελάχιστοι στην Ελλάδα

Επισκέφτηκαν κελάρια της ποιοτικότερης σαμπάνιας του κόσμου στη Γαλλία, δοκίμασαν μερικά από τα καλύτερα κρασιά και πούρα. Το συνολικό κόστος των σπουδών ήταν κοντά στα 12.500 ευρώ και αποφοίτησε παίρνοντας τον τίτλο του Head Butler με 92,5%, που αντιστοιχεί στην καλύτερη βαθμολογία από το ξεκίνημα της σχολής. Άλλοι τίτλοι είναι των foot man, under butler και butler. Στην Ελλάδα οι πιστοποιημένοι επαγγελματίες είναι ελάχιστοι.

Ένας εχέμυθος μπάτλερ είναι πάντα περιζήτητος. Πρέπει όμως να είναι και ευπαρουσίαστος, ευγενικός, καλός χειριστής του χρόνου και να αποπνέει ηρεμία. «Στη σχολή μάθαμε, όταν αντιμετωπίζουμε κάποια δυσκολία, να λέμε “έχουμε μια πρόκληση” και όχι “έχουμε ένα πρόβλημα”». 

Όταν απευθύνονται στους ανθρώπους για τους οποίους δουλεύουν, αποφεύγουν να αναφέρουν το όνομά τους. «Τους αποκαλούμε “κύριε ή κυρία”. Στις επίσημες εκδηλώσεις, όπως σημαντικά δείπνα ή δεξιώσεις, φοράμε το λεγόμενο morning dress (σ.σ. φράκο του μπάτλερ). Τις καθημερινές φοράμε κοστούμι με δετό παπιγιόν, ποτέ με pre tied, ενώ πάντα καλύπτουμε τα χέρια μας με λευκά γάντια, τα οποία βγάζουμε μόνο όταν μαζεύουμε το τραπέζι».

Πηγαίνοντας σε ένα σπίτι για εργασία, περνούν από interview όπως σε κάθε δουλειά, αλλά και ο ίδιος ο ιδιοκτήτης περνάει κατά καποιον τρόπο από συνέντευξη από τους υποψήφιους μπάτλερ. «Από εκεί προκύπτουν πληροφορίες για να φτιάξουμε τα τέσσερα “βιβλία του μπάτλερ”. Το οικογενειακό βιβλίο, όπου αναφέρονται στοιχεία για την οικογένεια, όπως αν υπάρχουν παιδιά, τα περιουσιακά στοιχεία, ασθένειες ή φάρμακα που χρησιμοποιούνται, κ.λπ. Το δεύτερο βιβλίο αναφέρει τα σκεύη, τα έπιπλα και το σχεδιάγραμμα του σπιτιού. Το τρίτο είναι το Dinner book ή Guest book, που περιέχει λεπτομέρειες για τα τραπέζια που πραγματοποιούνται, όπως τι σερβιρίστηκε, πού καθόταν ο καθένας ή πώς έπινε το ποτό του. Εκεί σημειώνουμε επετείους και γιορτές, για να στέλνουμε ευχετήριες κάρτες και δώρα. Τέλος, υπάρχει και το Welcome book, που απευθύνεται σε κάθε νέο άτομο του προσωπικού και περιλαμβάνει πληροφορίες για το σπίτι και για καταστήματα ή υπηρεσίες που υπάρχουν κοντά του. Αυτά τα βιβλία περιέχουν όλο τον κόσμο του ανθρώπου που υπηρετούμε».

 


Η φροντίδα των κυνηγετικών όπλων είναι επίσης μέσα στις αρμοδιότητες ενός μπάτλερ. 

 

«Ο επάνω κόσμος»

Στη γλώσσα των μπάτλερ η οικογένεια του σπιτιού ονομάζεται «επάνω κόσμος», ενώ το υπηρετικό προσωπικό είναι «ο κάτω κόσμος». «Παλαιότερα, οι ευθύνες μας μοιράζονταν μεταξύ αυτών των δύο, κάτι που συνεπάγεται ότι ένας μπάτλερ περνούσε την καριέρα του σε ένα σπίτι. Πλέον, το επάγγελμα προσαρμόστηκε στις σύγχρονες απαιτήσεις και ταξιδεύουμε περισσότερο». Παράλληλα, οι σημερινοί μπάτλερ εναλλάσσουν συχνά εργοδότες, προσπαθώντας να αναβαθμίσουν γνώσεις και εμπειρία.

«Η ημέρα μας ξεκινάει στις 5 το πρωί, με την προσωπική μας υγιεινή, ενώ από το προηγούμενο βράδυ έχουμε έτοιμα και βουρτσισμένα τα ρούχα μας. Ετοιμάζουμε πρωινό της οικογένειας και στη συνέχεια καθοδηγούμε το υπόλοιπο προσωπικό για εργασίες, όπως μαγείρεμα και καθάρισμα. Άλλα καθήκοντα του μπάτλερ είναι να προγραμματίσει το φαγητό του κυρίου του για την επόμενη ημέρα, να γυαλίσει τα παπούτσια του, να επιμεληθεί την γκαρνταρόμπα του, να ετοιμάσει το μπάνιο του, να είναι δίπλα του σε ταξίδια για ό,τι χρειαστεί, να προσέχει τα παιδιά του, κ.ά. Προσπαθούμε να βρισκόμαστε πέντε βήματα πιο μπροστά από τον κύριό μας, για να υλοποιήσουμε κάθε του προσδοκία. Το αντικείμενό μας έχει να κάνει με την τέχνη τού να νοιάζεσαι τον άλλο, αν και στην Ελλάδα ο μπάτλερ θεωρείται απλώς ένας καλός σερβιτόρος». 

Αμοιβή και παραξενιές

Βγαίνοντας από τη σχολή, ο πρώτος μισθός ενός μπάτλερ κυμαίνεται στα 2.600-3.000 ευρώ καθαρά, που αντιστοιχούν σε μπάτλερ που εργάζεται σε έπαυλη και όχι σε ξενοδοχείο. Κάθε εξάμηνο ή έτος, ανάλογα με την απόδοση, γίνεται αναπροσαρμογή περίπου στο 20%. Για αναζήτηση εργασίας ο Παναγιώτης Αλεξόπουλος συνεργάζεται με το αγγλικό πρακτορείο Randolph’s και με την ελληνική σελίδα παροχής υψηλών υπηρεσιών goldenbutler.com. «Υπάρχουν συνάδελφοι στο εξωτερικό με αμοιβές της τάξης του 1.000.000 ευρώ ετησίως. Όσο για περίεργες συμπεριφορές, είναι στο πρόγραμμα, αλλά τις χειριζόμαστε με κατανόηση και επαγγελματισμό. Κάποτε μια κυρία ζήτησε να πλύνουμε τα ρούχα της με εμφιαλωμένο νερό. Όντως, τα πλύναμε». 

Δουλειά ενός καλού μπάτλερ είναι η τέχνη τού να νοιάζεται για τον άλλον. «Συχνά λειτουργούμε συμβουλευτικά. Θυμάμαι, λίγο παλιότερα, εργαζόμουν για ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Κάποτε πέρασαν μια έντονη μέρα με ένα φιλικό ζευγάρι. Γύρισαν σπίτι στις 7 το απόγευμα και στις 8.30 θα έβγαιναν για δείπνο. Η παρέα τους, όμως, αργούσε και σύντομα αποκοιμήθηκαν στον καναπέ περιμένοντας. Αφού τους σκέπασα, απευθύνθηκα στην κυρία: «Είχατε μια απαιτητική μέρα. Γιατί θέλετε να συνεχίσετε την κούρασή σας;». Πρότεινα να ακυρώσουμε το δείπνο. Όταν θα ερχόταν η παρέα τους, μπορούσα να τους ετοιμάσω ένα δείπνο στο σπίτι ή, ακόμα καλύτερα, να τους φιλοξενούσαμε για εκείνο το βράδυ. Η κυρία συμφώνησε. Όταν ήρθαν οι καλεσμένοι, ενημέρωσα ότι ο κύριος και η κυρία μου δεν ήταν σε θέση να τους ακολουθήσουν στο δείπνο και ζήτησα συγγνώμη εκ μέρους τους. Τους ενημέρωσα ότι το τραπέζι στο εστιατόριο ήταν ακόμη διαθέσιμο ή, εναλλακτικά, μπορούσαμε να κάνουμε δείπνο στο σπίτι και να διανυκτερεύσουν εκεί, όπως και έγινε». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ