ΒΙΒΛΙΟ

Οι γάτες τ’ Αη Νικόλα στο Πίσω Λιβάδι της Πάρου

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

«Πρώτη φορά στη ζωή μου βλέπω τόσο τεράστια κύματα», αναφώνησε ο Μίχος, ενθουσιασμένος, στη μικρή παραλία κάτω από τον Αη Νικόλα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ο Κύριος Γκρι

Σ​​το Πίσω Λιβάδι της Πάρου, πέρα από τη Μάρπησσα, υπάρχει ένας μικρός ναός του Αη Νικόλα, περίπου στο έμπα του χωριού. Βρίσκεται σε ύψωμα. Ανεβαίνεις μερικά σκαλοπάτια, περνώντας μέσα από αραχτές γάτες που λιάζονται ή χαϊδεύονται στο χώμα. Το γνωστό ποίημα του Σεφέρη γράφεται κάθε μέρα στις Κυκλάδες, χειμώνα-καλοκαίρι.

Φτάνεις στην κορφή του μικρού υψώματος, όπου βρίσκεται η εκκλησία με τον τυπικό γαλάζιο τρούλο και από πίσω απλώνεται το Αιγαίο. Μερικά σκαλοπάτια ακόμη οδηγούν σε μια μικρή, ελάχιστη παραλία με βότσαλα.  

Τον κύριο Γκρι οδήγησαν εκεί δύο αδέλφια που κρατάνε από το νησί, ο Στρατής και ο Τάσος, μαζί με τον Μίχο, τον μικρό γιο του Τάσου. Στις οκτώ το πρωί, η θάλασσα, επίπεδη σαν λίμνη, λούζεται στο φως. «Συχνά έρχομαι με το που χαράζει», λέει ο Στρατής. «Είναι ωραίο να βρίσκεσαι μέσα στο νερό τη στιγμή που προβάλλει ο ήλιος».

Στο βάθος, διακρίνεται η Νάξος. Δεξιά η Ηρακλειά, δεξιότερα ακόμα η Ιος, μετά και από αυτή η Σαντορίνη. Αλλά από το σημείο όπου κολυμπούν το νησί-ηφαίστειο δεν διακρίνεται. Μπορείς να το φανταστείς μια χαρά· τη μαύρη προεξοχή με την Καλντέρα.

Εχοντας κολλημένο δίπλα του τον εξάχρονο Μίχο, ο Τάσος διηγείται κολυμπώντας πώς το 1953 ο σεισμός της Θήρας έστειλε ένα περιποιημένο τσουνάμι στο Πίσω Λιβάδι. «Το νερό μπήκε σχεδόν μέσα στο σπίτι μας, έλεγε η γιαγιά μας που το έζησε. Και μετά, θυμάμαι, πρόσθεσε με υπερηφάνεια: “Το σπίτι όμως κράτησε"».

Το δεύτερο πρωινό που ξεκίνησαν τη μέρα τους κολυμπώντας στο ίδιο σημείο, ο καιρός άλλαξε. Ο καταθλιπτικός νοτιάς των προηγούμενων εβδομάδων είχε γυρίσει σε βοριά. Η μικρή παραλία είχε σχεδόν εξαφανιστεί απ’ τον ορμητικό κυματισμό. Το απόκρυφο αυτό σημείο κάτω από τις γάτες του Αη Νικόλα ήταν βορινό. Που σήμαινε ότι τις περισσότερες ημέρες του Αυγούστου το κολύμπι εκεί είναι απαγορευτικό. Πέρασε και ένα πλοίο της γραμμής, τα απόνερά του θύμισαν (με λίγη φαντασία) το τσουνάμι του 1953. «Πρώτη φορά στη ζωή μου βλέπω τόσο τεράστια κύματα», αναφώνησε ο Μίχος ενθουσιασμένος.

Ωστόσο κολύμπησαν. Καθώς μέσα απ’ το νερό κοίταζαν ψηλά, προς το ιερό της εκκλησίας, ο Στρατής θυμήθηκε ότι οι μικρές αμαρτίες των νεανικών ζευγαριών του καλοκαιριού γίνονταν πίσω ακριβώς απ’ το ιερό, με θέα το πέλαγος. «Προσέφερε ιδανική κάλυψη», είπε, μιλώντας σαν ανθυπολοχαγός.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ένα ανυποψίαστο ζευγάρι τουριστών κάθισε στο πεζουλάκι της εκκλησίας. Η κοπέλα είχε γυρίσει την πλάτη στο αγόρι κι αυτό την είχε πάρει στην αγκαλιά του. Χάζευαν από τον μικρό γκρεμό τη θάλασσα, τα άλλα νησιά στο βάθος. Ο ασβεστωμένος τοίχος και ο γαλάζιος τρούλος υψώνονταν πίσω τους.

Ο κύριος Γκρι θυμήθηκε ξανά τον Σεφέρη, όταν έγραφε: «Τα σύνεργα του Ελύτη». «Σαν καρτ ποστάλ!», φώναξαν σχεδόν ταυτόχρονα ο Στρατής και ο Τάσος. Ο Μίχος δεν κατάλαβε τι έλεγαν. Ο κύριος Γκρι χαμογέλασε μέσα στο νερό: Κάποτε· κάποτε θα καταλάβει, σκέφτηκε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ