ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Στιούαρτ Νέβιλ: «Καλό αστυνομικό ίσον χαρακτήρες»

MΑΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Στιούαρτ Νέβιλ: «Ο ΙRΑ βομβάρδισε την πόλη και θυμάμαι να κρύβομαι κάτω από το κρεβάτι όσο έπεφταν οι βόμβες».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ξεκίνησε να γράφει από τα επτά του χρόνια. Η μητέρα του ήταν βιβλιοθηκάριος και το σπίτι τους ήταν πάντα γεμάτο με βιβλία. Από τότε ο Στιούαρτ Νέβιλ δήλωνε ότι, όταν μεγάλωνε, θα γινόταν συγγραφέας.

Στα χρόνια της εφηβείας βέβαια αποφάσισε ότι είχε όλα τα φόντα για να γίνει ροκ σταρ –γρήγορα συνειδητοποίησε ότι δεν τα είχε– και άφησε για λίγο το γράψιμο. Ηταν και λίγο φυγόπονος: «Προσπαθούσα να γράψω και κάθε φορά συνειδητοποιούσα ότι είναι σκληρή δουλειά και σταματούσα».

Αυτό συνεχίστηκε για πολλά χρόνια. Πριν από κάτι περισσότερο από μία δεκαετία, ωστόσο, πήρε τη μεγάλη απόφαση να ασχοληθεί σοβαρά με τη συγγραφή. Εγραψε στα γρήγορα, όχι ένα, αλλά δύο βιβλία, τα οποία δεν έφτασαν ποτέ στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Η τρίτη του απόπειρα, ωστόσο, κυκλοφόρησε το 2009 και γρήγορα έγινε πολυβραβευμένο παγκόσμιο μπεστ σέλερ. Ο πρωτότυπος τίτλος του είναι «Οι δώδεκα», στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην Ελλάδα και αλλού ωστόσο τιτλοφορήθηκε «Τα φαντάσματα του Μπέλφαστ» (εκδ. Μεταίχμιο).

Στην πρώτη του επίσκεψη στη χώρα μας έφερε μαζί του τη συννεφιασμένη, μουντή ατμόσφαιρα των βιβλίων του. Βαριά σύννεφα κρέμονταν πάνω από την Αθήνα και η ατμόσφαιρα μύριζε βροχή το πρωινό που συναντηθήκαμε στο κέντρο. Φαίνεται ότι, σε ανυποψίαστο χρόνο, το στερεότυπο του «χαρούμενου Ιρλανδού» είχε παρεισφρήσει στο μυαλό μου και είχε επηρεάσει τις προσδοκίες μου, αλλά βρέθηκα να κάθομαι απέναντι σε έναν συγκρατημένα φιλικό, ευγενή, σοβαρό 45άρη.

Η γεύση που πήρε από την ολιγόωρη παραμονή του στην πρωτεύουσα, μου είπε, ήταν «σουβλάκι και μια καλή κραφτ μπίρα». Ανυπομονούσε να συναντήσει τους αναγνώστες των βιβλίων του – μετά «Τα φαντάσματα του Μπέλφαστ» ακολούθησαν τα «Συνωμοσία της φωτιάς», «Κλεμμένες ψυχές» και «Πέπλο σιωπής», τα οποία κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ολα τους εκτυλίσσονται στην πατρίδα του, τη Βόρεια Ιρλανδία, παρότι, όπως ομολογεί «όταν ξεκίνησα να γράφω, το μόνο μέρος για το οποίο δεν ήθελα να γράψω ήταν η Β. Ιρλανδία και το θέμα για το οποίο δεν ήθελα να γράψω ήταν οι ταραχές. Οταν, όμως, μου ήρθε η ιδέα για τα “Φαντάσματα του Μπέλφαστ” δεν μπορούσε να εκτυλίσσεται αλλού εκτός από το Μπέλφαστ. Είναι ένα θυμωμένο βιβλίο, γιατί, όταν το έγραφα, το 2007, είχαν γίνει οι συνομιλίες του Σεντ Αντριους για τον σχηματισμό κυβέρνησης και υπήρχε μια αίσθηση εκείνη την εποχή ότι οι άνθρωποι που είχαν επωφεληθεί και βγάλει λεφτά από τη σύγκρουση έβγαζαν λεφτά και από την ειρήνη. Το βιβλίο προήλθε από αυτόν τον θυμό». Τα δύο πρώτα βιβλία του είναι πολιτικά, εκεί έχουν σταλάξει σιγά σιγά οι εμπειρίες και οι απόψεις του έπειτα από δεκαετίες συγκρούσεων στους δρόμους της πατρίδας του. «Ημουν τυχερός και δεν έχασα ποτέ κάποιον. Μία από τις πρώτες αναμνήσεις μου είναι στα 5 μου, όταν είχαμε πάει διακοπές με την οικογένειά μου σε μια μικρή παραθαλάσσια πόλη. Ο ΙRΑ βομβάρδισε την πόλη και θυμάμαι να κρύβομαι κάτω από το κρεβάτι όσο έπεφταν οι βόμβες. Ηταν κάτι που αντιλαμβανόσουν ότι συμβαίνει από πολύ μικρή ηλικία, παρότι δεν μπορούσες να καταλάβεις το γιατί.

Ημουν 9-10 χρόνων και ο πατέρας ενός παιδιού στην τάξη μου πυροβολήθηκε μπροστά του. Υπήρχε μια ατμόσφαιρα έντασης που ήταν έντονη και ένας υφέρπων φόβος».

Πάντα διχασμένοι

Οι ήρωες των βιβλίων του δεν εμπίπτουν στο στερεότυπο του καλού αστυνομικού ή του δίκαιου τιμωρού, ακροβατούν μεταξύ καλού και κακού, το ίδιο και τα βιβλία του, που τοποθετούνται όπως λέει «σε μια γκρίζα περιοχή», καθώς πάντα του άρεσε να κινείται «στη λεπτή γραμμή μεταξύ καλού και κακού και οι ήρωες να είναι πάντα διχασμένοι».

Δεν είναι ξεκάθαρο, δε, πάντα ποιος είναι ο ήρωας, το «χρίσμα» του πρωταγωνιστή μεταφέρεται από τον έναν χαρακτήρα στον άλλο, ακόμα και στις σελίδες του ίδιου βιβλίου. Ο Ντέιβι Κάμπελ, ο εκλεκτός του Νέβιλ για ήρωας στα «Φαντάσματα του Μπέλφαστ» δίνει τη θέση του στον βασανισμένο από τις Ερινύες Τζέρι Φέγκαν πριν ο αναγνώστης φτάσει στα μισά τού βιβλίου, και παρά την πρόθεση του συγγραφέα. Στη «Συνωμοσία της φωτιάς» ο επιθεωρητής Τζακ Λένον παίρνει τη σκυτάλη από τον Φέγκαν («ο ατζέντης μού πρότεινε να βάλω ως κεντρικό χαρακτήρα έναν αστυνομικό. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα σκεφθεί να το κάνω, γιατί εκείνη την εποχή, το 2009, η αστυνόμευση στη Βόρεια Ιρλανδία ήταν ένα πολύ πολιτικοποιημένο θέμα. Αποφάσισα, αντί να αποφύγω το θέμα, να το αντιμετωπίσω κατά πρόσωπο και να γράψω πόσο πολιτικοποιημένη είναι η αστυνόμευση»). Στο «Πέπλο σιωπής» κεντρική ηρωίδα είναι η αρχιεπιθεωρήτρια Σερίνα Φλάναγκαν.

Δεν είναι ότι βαριέται τους χαρακτήρες που πλάθει, μου λέει, απλά «η προσέγγισή μου μοιάζει περισσότερο με του Τζέιμς Ελροϊ, όπου το σκηνικό είναι το ίδιο, αλλά σε αυτό κινούνται διαφορετικοί χαρακτήρες». Η πλοκή είναι γρήγορη, πλούσια, πολυδιάστατη, προκλητική.

Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και διεκδικούν γνωστά λογοτεχνικά βραβεία. Τι είναι αυτό που κάνει ένα καλό αστυνομικό βιβλίο; «Οι χαρακτήρες, πάντα οι χαρακτήρες. Ολα ξεπηδούν από τους χαρακτήρες, η πλοκή προκύπτει από τους χαρακτήρες, δεν θα υπήρχε ιστορία αν οι χαρακτήρες δεν ήταν εκεί να κάνουν επιλογές βάσει όσων επιθυμούν».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ