ΕΛΛΑΔΑ

Μαρτυρία στην «Κ»: «Την τύλιξαν οι φλόγες μπροστά στα μάτια μας»

ΒΙΚΥ ΚΑΤΕΧΑΚΗ

«Είδαμε το Μάτι μέσα σε λίγες ώρες να καταστρέφεται», λέει στην «Κ» ο Νίκος Ζορμπάς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Από τον καπνό δεν μπορούσαμε να δούμε τίποτα. Βρισκόμασταν μέσα στη θάλασσα γιατί έπρεπε να βουτάμε συνεχώς το κεφάλι μας, ωστόσο η παραμικρή επαφή με το νερό προκαλούσε φρικτούς πόνους στη σύζυγό μου, εξαιτίας των εγκαυμάτων που είχε υποστεί στα χέρια και στα πόδια της. Την ίδια στιγμή, ακούγαμε φωνές από ανθρώπους που έψαχναν τους δικούς τους μέσα στη θάλασσα. Νιώθαμε ότι βρισκόμασταν στην πρώτη γραμμή κάποιας εμπόλεμης ζώνης».

Η εικόνα που περιγράφει στην «Κ» ο Νίκος Ζορμπάς αποτυπώνει μία μόνο από τις πολλές στιγμές αγωνίας και φρίκης που έζησε με την οικογένειά του την ημέρα της φονικής πυρκαγιάς στο Μάτι. Νωρίτερα, εκείνο το απόγευμα, κατεβαίνοντας προς τη βραχώδη παραλία του Ματιού για να σωθεί, είδε τη 85χρονη μητέρα της συζύγου του να τυλίγεται στις φλόγες, χωρίς να μπορεί να αντιδράσει. «Καθώς διασχίζαμε ένα μονοπάτι προς την παραλία, που βρίσκεται πολύ κοντά στην Αργυρά Ακτή, η πεθερά μου έπεσε κάτω και, παρά τις προσπάθειές μας να τη σηκώσουμε, εκείνη από τον πανικό της δεν μπόρεσε να τα καταφέρει», λέει ο κ. Ζορμπάς και περιγράφει τις απίστευτες σκηνές που εκτυλίχθηκαν μπροστά στα μάτια τους. «Στο σημείο εκείνο, υπήρχαν δύο θάμνοι που δυστυχώς η δημοτική αρχή δεν είχε φροντίσει να καθαρίσει. Σε μία στιγμή, άρπαξαν φωτιά και οι φλόγες τύλιξαν τη γυναίκα μπροστά στα μάτια μας. Η σύζυγος μου έπαθε σοκ, προσπαθούσε να κάνει κάτι για να σώσει τη μητέρα της και, μολονότι υπέστη εγκαύματα στα χέρια και στα πόδια, δεν το κατάφερε. Την έσπρωξα και φύγαμε οι δυο μας για την παραλία. Ημασταν οι τελευταίοι που καταφέραμε να φθάσουμε στον βράχο», μας λέει.

Οταν λίγες ώρες νωρίτερα ο Νίκος Ζορμπάς αντιλήφθηκε ότι η φωτιά έφθασε με απίστευτη ταχύτητα κοντά στο σπίτι τους, προέτρεψε τους τρεις γιους του –11, 15 και 19 ετών– να πάνε προς το λιμάνι του Ματιού, καθώς θεώρησε ότι αυτό θα ήταν ένα ασφαλές καταφύγιο. Τις ώρες που εκείνος και η σύζυγός του βρίσκονταν στη μικρή παραλία, υπό αυτές τις συνθήκες, μοναδική αγωνία τους πλέον ήταν τα παιδιά. «Ευτυχώς, μπορούσαμε να επικοινωνούμε μαζί τους κάθε 20 λεπτά και να μαθαίνουμε πού βρίσκονται. Είχαν φθάσει στο λιμάνι και, αντίθετα προς το ρεύμα, περπάτησαν παραλιακά, σε κάποια σημεία περνούσαν βράχια, σε άλλα κολυμπούσαν και σε κάποια άλλα έπρεπε να πηδήξουν μάντρες. Ηταν μία απόσταση γύρω στα 7 χλμ., μέχρι τη Ραφήνα, αλλά κατάφεραν να φθάσουν. Εκεί, πήγαν συγγενείς και φίλοι και τα φρόντισαν», λέει ο Νίκος Ζορμπάς. Ο ίδιος και η σύζυγός του σώθηκαν αργά τη νύχτα όταν ένα σκάφος του Λιμενικού τούς παρέλαβε από την παραλία. Τα παιδιά τα ξαναείδαν το απόγευμα της επόμενης ημέρας. Η Αντζελα Ζορμπά μέχρι την περασμένη Τετάρτη νοσηλευόταν στο νοσοκομείο, με εγκαύματα δευτέρου βαθμού, στο αριστερό χέρι και το πόδι. Τώρα πια, βρίσκεται στο σπίτι της, με τα ψυχικά τραύματα όμως ακόμη ανοικτά.

«Οταν ήμασταν μέσα στο νερό, πιστεύαμε ότι το Μάτι είχε καταστραφεί ολοσχερώς. Εμείς που έχουμε μεγαλώσει εδώ και αγαπάμε αυτό το μέρος, το είδαμε μέσα σε λίγες ώρες να καταστρέφεται, με την πολιτεία να είναι ανύπαρκτη», τονίζει ο κ. Ζορμπάς. «Χάσαμε φίλους, παιδιά φίλων, γονείς φίλων μας. Εάν δεν είχαν συμβεί τραγικά λάθη, θα είχαν σωθεί όλοι», καταλήγει.

«Θα βγούμε πιο δυνατοί»

Οι ιστορίες από τη φονική πυρκαγιά δεν έχουν τέλος. Ο 22χρονος φοιτητής Ιατρικής Τάσος Αθανασόπουλος, που ζει μόνιμα στο Μάτι, ήξερε πολλούς ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους. «Στην περιοχή γνωριζόμαστε όλοι από παιδιά», μας λέει. «Το Μάτι είναι σαν ένα χωριό. Τα καλοκαίρια κατεβαίνουμε στο λιμανάκι, παίζουμε βόλεϊ, πίνουμε τον καφέ μας. Φοβάμαι ότι ο χειμώνας που έρχεται θα είναι πολύ δύσκολος γιατί θα υπάρχει ερημιά».

Την ώρα της φωτιάς, ο Τάσος Αθανασόπουλος έτρεξε στο σπίτι ενός φίλου του για να σώσει τα σκυλιά του, ενώ με το αυτοκίνητο μετέφερε τη γιαγιά του και μία ακόμη γυναίκα ασφαλείς στη Νέα Μάκρη. Ο ίδιος πηγαινοερχόταν στο σπίτι, έβαζε βρεγμένες πετσέτες στα παράθυρα και έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να διαχειριστεί τη δύσκολη κατάσταση. Αυτό που περισσότερο τον ένοιαζε, όμως, ήταν η αδελφή του, που στο τηλέφωνο του είχε πει πως κατευθυνόταν προς την Αργυρά Ακτή με μία φίλη της. «Μιλούσα μαζί της κάθε πέντε λεπτά στο τηλέφωνο. Εκείνη τη μέρα κατάλαβα πόσο πολύ αγαπώ την οικογένειά μου. Αν έβλεπα την αδελφή μου μέσα στις φλόγες, θα έμπαινα για να τη σώσω. Μπορεί να ηχεί κάπως περίεργο, αλλά πιστεύω πως από αυτό που ζήσαμε θα βγούμε όλοι πιο δυνατοί».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ