ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Η γιαγιά μου, η Ντόρις Κέρνερ με την κόρη της, Χάιντι Τζόρνταν, τη μητέρα μου, ήρθαν για πρώτη φορά στο Πλωμάρι της Λέσβου το 1973. Μαζί με έναν ακόμη Γερμανό, ήταν οι πρώτοι ξένοι τουρίστες που επισκέφθηκαν τον τόπο. Από τότε και όλα τα επόμενα χρόνια, οι παππούδες μου αλλά και οι γονείς μου, δεν σταμάτησαν να έρχονται σε ετήσια βάση», αρχίζει να εξιστορεί ο Mπάστιαν Τζόρνταν, το πώς μία οικογένεια Γερμανών, χωρίς να έχει την παραμικρή σχέση με τη Μυτιλήνη, λάτρεψε τόσο πολύ το συγκεκριμένο μέρος, ώστε «ρίζωσε» εκεί.

Κι όχι μόνο εγκαταστάθηκε αλλά δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά, καταφέρνοντας μάλιστα να συνδέσει τη γη του νησιού με τη γενέτειρα Γερμανία, μέσω της παραγωγής ελαιολάδου και στη συνέχεια, της εξαγωγής του.

Τι ήταν εκείνο που τους κέρδισε; Σύμφωνα με τον εγγονό, Μπάστιαν, «η απίστευτη ομορφιά της περιοχής και των ανθρώπων που ζούσαν εκεί. Η ζεστασιά και η εγκαρδιότητα των ντόπιων έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην επιλογή τους. Ηταν όμως και το ίδιο το φυσικό περιβάλλον, το οποίο σε γαληνεύει. Αλλά και η τοπική κουζίνα λειτούργησε προς την ίδια κατεύθυνση. Ολα κυλούν σε πιο κανονικούς ρυθμούς στη Λέσβο σε σχέση με τη Γερμανία. Οι άνθρωποι είναι πιο απλοί, ρεαλιστές, απουσιάζει το άγχος, εστιάζουν μόνο σε όσα είναι πραγματικά σημαντικά στη ζωή».

Οι Μυτιληνιοί αναμφίβολα διευκόλυναν την ενσωμάτωση της γερμανικής οικογένειας στην τοπική κοινωνία. «Οι Μαρία και Στράτος Κούσουκλου ήταν από τους πρώτους φίλους της γιαγιάς και του παππού, με τη Μαρτίνα και τον Πέτρο Κουκαρά να ακολουθούν. Σήμερα ο κύκλος μας έχει διευρυνθεί πολύ. Εγώ, επίσης, απέκτησα πολύ καλούς φίλους – ο Στρατής είναι ο κολλητός μου. Μέσω αυτού του κύκλου, γνώρισα και τη σύζυγό μου, η οποία σπούδαζε τότε οδοντιατρική στην Αθήνα. Ο κουμπάρος μας, κοινός φίλος φυσικά», συνεχίζει ο ίδιος.

Και κάθε άλλο παρά διαπίστωσαν κάποια αλλαγή στάσης απέναντί τους ως Γερμανοί, τα χρόνια της οικονομικής κρίσης. «Κατ’ αρχήν, όλοι μας γνωρίζουν εδώ, ξέρουν πόσο πολύ αγαπάμε το νησί. Συχνά λένε ότι αγαπάμε τη Λέσβο περισσότερο από τον ίδιο μας τον εαυτό! Από την άλλη, επειδή έχουμε πολύ στενούς φίλους εδώ, ασφαλώς διαπιστώνουμε τις αρνητικές επιπτώσεις των σκληρών περικοπών στη ζωή τους, η οποία έχει γίνει πραγματικά δύσκολη. Στη Λέσβο, η οποία είναι ένα πιο ανεξάρτητο μέρος, ίσως να είναι λιγότερο αισθητά τα αποτελέσματα της κρίσης, σε σχέση με την ηπειρωτική Ελλάδα και τις μεγάλες πόλεις. Για παράδειγμα, η αδελφή της συζύγου μου, που διατηρεί φαρμακείο στο Ναύπλιο, ξεκινώντας το 2006, βίωσε πιο έντονα όλες τις οικονομικές δυσκολίες που ακολούθησαν».

Τι αγαπά περισσότερο στη Μυτιλήνη η οικογένεια Τζόρνταν; Υπάρχουν κάποια πράγματα, τα οποία θα ήθελαν να δουν να βελτιώνονται; «Η οικογένειά μου λατρεύει το γεγονός ότι εδώ ο χρόνος μοιάζει να κυλά πιο αργά, η ζωή είναι πιο απλή, τίποτε δεν αλλάζει γρήγορα. Θεωρώ ότι δεν θα έπρεπε να αλλάξει τίποτε. Η Λέσβος είναι όμορφη όπως ακριβώς είναι. Το μοναδικό ίσως που θα ήθελα να δω να διαφοροποιείται λίγο, λόγω γερμανικής καταγωγής, είναι το ψωμί...», καταλήγει ο Μπάστιαν.

Δεν άργησε να γίνει η μετάβαση από τις διακοπές στον βιοπορισμό... «Οι παππούδες μου, Ντόρις και Τόμας Κέρνερ μαζί με τους γονείς μου, Χάιντι και Ρολφ Τζόρνταν, αγόρασαν τα τέλη της δεκαετίας του ’80 ένα κομμάτι γης στο βουνό, πάνω από την Αγία Βαρβάρα. Ακριβώς δίπλα στο Πλωμάρι, ανάμεσα σε ελαιόδενδρα. Εκεί έχτισαν το σπίτι τους. Ηλεκτρικό ρεύμα ή τηλεφωνική σύνδεση δεν υπήρχε. Χρειάστηκε να φροντίσουν οι ίδιοι για να μπουν οι στύλοι. Το αρχικό χωράφι περιελάμβανε 100 ελαιόδενδρα. Με την πάροδο των ετών όμως, προστέθηκαν κι άλλα. Σήμερα έχουν φτάσει τα 1.000», εξηγεί ο Μπάστιαν, ο οποίος γεννήθηκε το 1980 και προς το τέλος της δεκαετίας του ’90, ξεκίνησε την επιχείρηση «Jordan Olive Oil» (www.jordanolivenoel.de), με αντικείμενο την παραγωγή ελαιολάδου και την εξαγωγή του στη Γερμανία.

«Σήμερα, εκτός από το ελαιόλαδο, παράγουμε φέτα και λαδοτύρι σε συνεργασία με ντόπιους παραγωγούς. Ο βασικός όγκος της δουλειάς γίνεται την περίοδο της παραγωγής, γι’ αυτό και ταξιδεύω πολλές φορές τον χρόνο μεταξύ Γερμανίας και Λέσβου, όπου δουλεύω μαζί τους. Ο πατέρας μου, ο οποίος είναι εγκατεστημένος εκεί, επίσης εργάζεται κοντά τους».

Η διανομή

«Το υπόλοιπο διάστημα ασχολούμαι με τη διανομή των προϊόντων, που είναι ιδιαίτερα απαιτητικό κομμάτι στη δουλειά, καθώς βρισκόμαστε σε μία πολύ ανταγωνιστική αγορά, απέναντι στο ελαιόλαδο της Ιταλίας και της Ισπανίας. Η εξασφάλιση πολύ υψηλής ποιότητας, αποτελεί κύριο μέλημά μας. Ειδικά στη Γερμανία, η οποία αποτελεί τη βασική αγορά για εμάς, εργαζόμαστε σκληρά προκειμένου να δώσουμε στα προϊόντα μας μία ταυτότητα, έτσι ώστε να διασφαλίσουμε την εδραίωσή τους».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ