Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Από Αύγουστο σε Αύγουστο

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο Αύγουστος είναι σκληρός μήνας στη Νότιο Αφρική. Είναι η καρδιά του χειμώνα. Είναι ο καθρέφτης αυτής της χώρας των μεγάλων αντιθέσεων και εξίσου μεγάλων συνθέσεων, με ηλιόλουστες μέρες και νύχτες παγωμένες. Μεγάλο μέρος της ενδοχώρας βρίσκεται σε υψίπεδο, όπου τον χειμώνα ένα σύστημα υψηλής βαρομετρικής πίεσης αποτρέπει την εισροή ανέμων που θα έφερναν βροχές. Δεν υπάρχουν σύννεφα ούτε πυκνή ατμόσφαιρα για να εμποδίσουν τη δύναμη του ήλιου, να μετριάσουν το κρύο της νύχτας.

Ο Αύγουστος στη Νότιο Αφρική είναι μήνας έντονης εργασίας, μετά τις σύντομες χειμερινές σχολικές διακοπές, μετά το θέρισμα των απέραντων εκτάσεων καλαμποκιού. Για τα παιδιά, που το σχολικό έτος τελειώνει τον Δεκέμβριο, είναι αισθητή η έννοια της «τελικής ευθείας» πριν από τις εξετάσεις και την είσοδο σε νέα τάξη ή στη ζωή μετά το σχολείο. Ετσι κι εγώ επιστρέφω σε λίγες μέρες στο σχολείο μου, 40 χρόνια μετά τον τελευταίο Αύγουστο που βρέθηκα εκεί. Για πρώτη φορά θα επισκεφθώ, μαζί με τα παιδιά μου, τα μέρη όπου εγώ μεγάλωσα.

Τα ρεύματα της ζωής κινούνται με δική τους περίεργη δυναμική. Συνοδεύω στην Αφρική τα παιδιά και τη γυναίκα μου (που όλοι γεννήθηκαν στην Ελλάδα) τον ίδιο χρόνο που ο πατέρας μου, που γεννήθηκε στην Αίγυπτο, πέθανε στην Ελλάδα. Ισως να μην μπορούσα να επιστρέψω πριν, όσο αυτός ζούσε και αισθανόμουν ότι θα στεναχωριόταν που θα λείπαμε, που ο ίδιος και η μητέρα μου δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν. Ισως να δίσταζα να πάω τα παιδιά μου εκεί πριν τελειώσουν το σχολείο, πριν ενηλικιωθούν. Η αλήθεια ίσως να βρίσκεται στη δυσκολία μου να συμβιβάσω ξεχωριστά κομμάτια μου, μέρη του εαυτού μου που σχηματίστηκαν από τις εμπειρίες μου στη Νότιο Αφρική, στη Μοζαμβίκη και στην Ελλάδα. Σε κάθε χώρα, σε κάθε περίοδο της ζωής μου, δινόμουν σε αυτό που έκανα, σε αυτούς με τους οποίους βρισκόμουν, χωρίς να προσπαθώ να «ενώσω» τους δύο κόσμους. Εκτός από τις επισκέψεις συγγενών και κάποιων φίλων, τα 35 χρόνια που ζω στην Ελλάδα οι επαφές μου με την Αφρική ήταν ελάχιστες. Είχα αφιερώσει όλη μου την ενέργεια, τον χρόνο, τις σκέψεις μου, στην Ελλάδα – στην οικογένεια, στην καριέρα, στις φιλίες και στις ανησυχίες που μου γέννησε, που μου χάρισε η χώρα αυτή.

Απ’ όταν γνώρισα το χωριό της Κρήτης όπου γεννήθηκε η μητέρα μου, ήθελα να ζω, να εργάζομαι, να πεθάνω στην Ελλάδα. Ηθελα τα παιδιά μου να γνωρίζουν τι θα πει να έχουν ρίζες. Να γνωρίζουν ότι έχουν τόπο, ότι είναι μέλη μιας κοινότητας με ιστορία και ισχυρούς δεσμούς. Οταν στα 22 μου αποφάσισα να έρθω να ζήσω στην Ελλάδα, άφησα πίσω μου γονείς, συγγενείς, φίλους, εμπειρίες και προοπτικές για να ξεκινήσω από την αρχή. Είχα την τύχη πολλοί να με αγκαλιάσουν με αγάπη, να με στηρίξουν. Ισως η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετώπισα ήταν η αίσθηση ότι δεν γνώριζα τη γλώσσα σε βάθος, δεν κατανοούσα τους κώδικες μεταξύ των ανθρώπων που είχαν μεγαλώσει μαζί, που είχαν πάει στα ίδια σχολεία, που διαμορφώθηκαν μέσα από τη συνεχώς εξελισσόμενη γλώσσα, επηρεάζοντάς την –με τη σειρά τους– με τις δικές τους εμπειρίες, εμμονές και προτιμήσεις. Στην Αφρική, όταν πήγα στο νηπιαγωγείο δεν γνώριζα αγγλικά· στην Ελλάδα, η γλώσσα μου βασιζόταν κυρίως στα αρχαία ελληνικά που σπούδασα στο πανεπιστήμιο. Ακουγα, αντί να μιλώ.

Δεν ήταν μόνο η έλξη της Ελλάδας που με έφερε εδώ. Στην Αφρική παιδευόμουν με το γεγονός ότι ήμουν μέλος μιας μειονότητας που ζούσε εις βάρος της πλειονότητας του λαού της χώρας. Δεν ήταν μόνο η αίσθηση της «διαφορετικότητας» που είχα αποκτήσει με τα μαύρα μαλλιά και το περίεργο επίθετο όταν βρισκόμουν μεταξύ των συνήθως ξανθών συμμαθητών μου, αλλά και η αγωνία, το αίσθημα ενοχής επειδή ήμουν λευκός σε μια ήπειρο μαύρων. Ισως αυτά ακούγονται απλοϊκά σήμερα, ίσως και ανειλικρινή, αλλά στα 22 μου ήθελα πάνω απ’ όλα να ανήκω κάπου που δεν θα ένιωθα ενοχές για την ύπαρξή μου. Στην Κρήτη, τους μήνες και τα χρόνια που πέρασα με γέροντες που θυμούνταν τους Τούρκους, με τη γενιά της μάνας μου, με ξαδέλφια και φίλους, βρήκα τις ρίζες μου, αισθάνθηκα ελευθερία, ένιωσα την περηφάνια ενός λαού που πολέμησε και πέτυχε την ελευθερία του. Σήμερα γνωρίζω ότι θα έπρεπε να συμβάλω στον αγώνα κατά του απαρτχάιντ, όπως έκαναν αρκετοί λευκοί, μεταξύ αυτών και ο οικογενειακός μας φίλος Γιώργος Μπίζος. Εκανα ό,τι έκανα μέσα από εκδόσεις και αφισοκολλήσεις, αλλά ήξερα πως ό,τι και αν έκανα δεν θα αρκούσε. Πνιγόμουν. Και με τραβούσε η Ελλάδα, η ανάγκη να αισθανθώ ότι κάπου ανήκω. Και είτε εδώ είτε ταξιδεύοντας, έχω νιώσει αυτή την ευλογία σε κάθε στιγμή, σε κάθε έρωτα και φιλία, σε κάθε περιπέτεια, στην οικογένεια, σε κάθε στενοχώρια που ζούμε όλοι μαζί και χωριστά. Αισθάνομαι ότι εμείς οι Ελληνες έχουμε τόσα κοινά μεταξύ μας που οι επαναλαμβανόμενοι διχασμοί είναι ακόμη πιο τραγικοί επειδή δεν έχουν πραγματικές αιτίες. Ενωμένοι θα πετυχαίναμε τα πάντα. Αλλά μετά, αναγκασμένοι να διαφυλάξουμε τις επιτυχίες μας, δεν θα είχαμε ο καθένας την ελευθερία και τη φιλοδοξία να ρουφήξουμε με τόσο πάθος τη ζωή, με όλες τις προοπτικές που μας προσφέρει, την ελευθερία να κάνουμε λάθη.

Γιατί τα γράφω αυτά σήμερα; Γιατί εκμεταλλεύομαι την ανοχή σας; Επειδή είναι Αύγουστος. Επειδή είναι η πρώτη φορά που αισθάνομαι ότι μπορώ να ενώσω μέσα μου τους διαφορετικούς παραπόταμους της ζωής μου, μέσα στον δικό μου Αύγουστο. Επειδή είμαι μια σταγόνα στον ωκεανό της διασποράς των Ελλήνων και χαίρομαι για την τύχη αυτή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ