ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: O λαϊκισμός πλήττει την ανάπτυξη

TOM ORLIK, JUSTIN JIMEMEZ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο ​​γνωστός πολιτικός επιστήμονας Φράνσις Φουκουγιάμα στο πόνημά του «Το τέλος της Ιστορίας» είχε ισχυριστεί πως η δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία αποτελούσε την τελειότερη μορφή διακυβέρνησης. Η τοποθέτησή του αυτή συμπίπτει με την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων. Εκτοτε, οι εξελίξεις δεν τον δικαίωσαν. Ας δούμε τι συμβαίνει στο G20. Οι χώρες με τις ισχυρότερες οικονομίες, οι οποίες θεωρούνται προπύργιο της δυτικής δημοκρατίας, έχουν πλέον μικρότερο μερίδιο στην παγκόσμια παραγωγή. Και ακόμα χειρότερα, σε αυτές τις χώρες παρατηρείται έξαρση του λαϊκισμού. Οι εκφραστές του ισχυρίζονται πως προστατεύουν τα συμφέροντα των απλών ανθρώπων έναντι των διεφθαρμένων ελίτ, την εθνική ενότητα έναντι του κοσμοπολιτισμού και της ανεκτικότητας, προσφέροντας εν γένει απλουστευτικές λύσεις σε πολυσύνθετα παγκόσμια ζητήματα.

Το ένα παράδειγμα είναι ο Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ και η νέα κυβέρνηση στην Ιταλία με τη σύμπλευση του Κινήματος των 5 Αστέρων και της Λέγκας του Βορράς. Βάσει της ανάλυσής μας από το 1980 και μέχρι σήμερα, οι περισσότερες χώρες του G20, της Ισπανίας συμπεριλαμβανομένης, έχουν σήμερα λαϊκιστικές κυβερνήσεις.

Χωρίσαμε τα είδη της διακυβέρνησης σε τέσσερις κατηγορίες, την εδραιωμένη δημοκρατία, τη λαϊκιστική δημοκρατία, την ασθενική δημοκρατία και το αυταρχικό καθεστώς. Μετά υπολογίσαμε το ποσοστό συμμετοχής τους στο συνολικό ΑΕΠ του G20.

Ενα από τα συμπεράσματά μας είναι ότι ενισχύθηκαν οι λαϊκιστικές κυβερνήσεις το 2016 με την εκλογή Τραμπ. Αυτό φανερώνει και την απόφασή μας να χαρακτηρίσουμε «λαϊκιστική» την αμερικανική κυβέρνηση, που αναδείχθηκε στις εκλογές του 2016. Ενα άλλο συμπέρασμα έχει να κάνει με την ανοδική πορεία της Κίνας. Και αυτό σημαίνει πως τα αυταρχικά καθεστώτα με την ισχυρή κεντρική εξουσία και τις περιορισμένες πολιτικές ελευθερίες διαδραματίζουν πλέον διευρυμένο ρόλο.

Πρόκειται, δηλαδή, για καίρια αλλαγή στον τρόπο με τον οποίον ασκείται η διακυβέρνηση στην παγκόσμια οικονομία. Μέχρι στιγμής, η αλλαγή αυτή δεν έχει επιφέρει δυσμενείς επιπτώσεις στην ανάπτυξη και στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Μήπως, όμως, είναι απλώς θέμα χρόνου να συμβεί; Εάν προσθέσουμε το ονομαστικό ΑΕΠ του G20 και της Ισπανίας μαζί, τότε το σύνολο φθάνει τα 64 τρισ. δολάρια.

Οι λαϊκιστικές κυβερνήσεις ελέγχουν το 41% από αυτό. Αντιθέτως, το 2007, προτού ξεσπάσει η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, το ποσοστό ήταν μόλις 4% – δηλαδή, σε μία δεκαετία υπερδεκαπλασιάστηκε. Σήμερα τα συμβατικά δημοκρατικά κόμματα αποτελούν τη μειονότητα, ελέγχοντας το 32% του ΑΕΠ έναντι του 83% το 2007.

Τα αυταρχικά καθεστώτα της Κίνας, της Τουρκίας, της Σαουδικής Αραβίας και της Ρωσίας ελέγχουν συνολικά το 24% του ΑΕΠ στo G20. Κατόπιν τούτων, ποιες είναι οι συνέπειες από τη ροπή προς τον λαϊκισμό και τον αυταρχισμό; Βέβαια, τα συμβατικά κόμματα στις δυτικές δημοκρατίες μαζί με τους οικονομολόγους τους δεν δικαιούνται να ομιλούν για το πόσο καλοί γνώστες είναι της ορθής οικονομικής πολιτικής, μιας και σε ένα βαθμό συνέβαλαν στην άνοδο του λαϊκισμού. Πάντως, αφήνοντας κατά μέρος την κακοδιαχείριση του οικονομικού κύκλου για ίδιο πολιτικό όφελος, μπορούμε να χωρίσουμε τις συνέπειες σε δύο κατηγορίες.

Η πρώτη αφορά πολιτικές οι οποίες καταστρέφουν τη δυναμική της οικονομίας. Ενα τέτοιο παράδειγμα είναι η απόφαση της Βρετανίας να εξέλθει από τον μεγαλύτερο συνασπισμό ελεύθερου εμπορίου του κόσμου, που είναι η Ευρωπαϊκή Ενωση, και να περιστείλει τις αγορές, που υποδέχονται τις υπηρεσίες και τα προϊόντα της.

Η δεύτερη έχει να κάνει με πολιτικές οι οποίες διαβρώνουν τα θεμέλια των θεσμών. Τα παραδείγματα είναι πολλά: από την πλήρη ανατροπή των περισσότερων αμερικανικών θέσεων στη διεθνή πολιτική σκηνή μέχρι την άρνηση του Ντόναλντ Τραμπ να προσυπογράψει το κοινό ανακοινωθέν του G7 και την απόφαση του Τούρκου προέδρου Ταγίπ Ερντογάν να διορίσει τον γαμπρό του σε μΙα κομβική θέση. Βέβαια, το ΑΕΠ του G20 αυξάνεται τάχιστα. Ωστόσο, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, υπάρχουν παράγοντες πολύ σημαντικότεροι για την ανάπτυξη από ορισμένους άλλους: η πολιτική ελευθερία, οι θεσμοί ελέγχου των κυβερνήσεων, η πολιτική σταθερότητα, το κράτος δικαίου, ο έλεγχος της διαφθοράς και η εύρυθμη λειτουργία του κράτους.

* Ο κ. Τom Orlik είναι επικεφαλής οικονομολόγος του Bloomberg Economics στην Ουάσιγκτον και ο κ. Justin Jimenez είναι συνεργαζόμενος οικονομολόγος του Bloomberg Economics στο Χονγκ Κονγκ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ