ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Η ανάπτυξη δεν είναι νομοτέλεια

ΤΑΣΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΑΤΟΣ*

Η θετική επίδοση του 2017 βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην αύξηση των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών. Ωστόσο, οι εισαγωγές αυξήθηκαν ακόμη ταχύτερα, ενδεικτικό της υψηλής εξάρτησης τόσο της παραγωγής όσο και της κατανάλωσης από εισαγόμενες εισροές.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο​​ι εξελίξεις στην ελληνική οικονομία, παρότι κατ’ αρχήν θετικές, δεν επιτρέπουν περιθώριο εφησυχασμού. Η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ το 2017 (1,4%) και το πρώτο τρίμηνο του 2018 (+2,3%) σηματοδότησε την πρώτη φορά από το 2006 που η Ελλάδα πετυχαίνει 5 διαδοχικά τρίμηνα με θετική μεταβολή του ΑΕΠ. Μια προσεκτικότερη ματιά στους αριθμούς, ωστόσο, φανερώνει τις σημαντικές προκλήσεις τις οποίες έχει να αντιμετωπίσει ακόμη η ελληνική οικονομία. Κατ’ αρχάς, η επίδοση της Ελλάδας ήταν η χαμηλότερη στην Ε.Ε. των «28» και μάλιστα σημειώθηκε εντός πολύ ευνοϊκού διεθνούς περιβάλλοντος, με τη νομισματική πολιτική να εξακολουθεί να είναι ιδιαιτέρως επεκτατική διεθνώς, τις τιμές του πετρελαίου σε χαμηλά επίπεδα το προηγούμενο έτος και την Ευρωζώνη –τον κύριο εμπορικό εταίρο της χώρας– να αναπτύσσεται με 2,5%. Δεν πρέπει να κάνουμε την υπόθεση ότι αυτό θα εξακολουθήσει να υφίσταται στο διηνεκές: η Fed ήδη αυξάνει τα επιτόκια παρέμβασης, η ΕΚΤ θα τερματίσει το Πρόγραμμα Ποσοτικής Επέκτασης (QE) στο τέλος του έτους, οι τιμές του πετρελαίου καταγράφουν αυξήσεις της τάξης του 40% έναντι του προηγούμενου έτους, οι εξελίξεις στην Ιταλία δημιουργούν αναταράξεις στην ευρωπεριφέρεια, η δυστοκία στον χειρισμό του Brexit και η απειλή του εμπορικού πολέμου σκιάζουν τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας. Επομένως, είναι κρίσιμης σημασίας η ελληνική οικονομία να δημιουργήσει δυναμική ταχείας και διατηρήσιμης ανάπτυξης όσο ακόμα το διεθνές περιβάλλον είναι θετικό, διότι μετά η προσπάθεια θα είναι σημαντικά δυσκολότερη. Ως προς αυτό, υπάρχουν σοβαρά ερωτήματα.

Η θετική επίδοση του 2017 βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην αύξηση των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών. Ωστόσο, οι εισαγωγές αυξήθηκαν ακόμη ταχύτερα, ενδεικτικό της υψηλής εξάρτησης τόσο της παραγωγής όσο και της κατανάλωσης από εισαγόμενες εισροές. Η μείωση των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών κατά -2,8% το πρώτο τρίμηνο του 2018 ήταν ένα συγκυριακό φαινόμενο το οποίο οφειλόταν σχεδόν αποκλειστικά στη μείωση των αγορών πλοίων. Ενδεικτικά, αν οι εισαγωγές είχαν αυξηθεί το πρώτο τρίμηνο του 2018 κατά τον μέσο όρο των τριμήνων του 2017 (+7,6%), η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ το πρώτο τρίμηνο του 2018 θα ήταν ελαφρώς αρνητική (-0,3% σε ετήσια βάση). Φυσικά, αυτός ο υπολογισμός είναι ceteris paribus, δεδομένου ότι η μείωση των αγορών πλοίων επέδρασε πτωτικά και στις επενδύσεις. Ωστόσο, δείχνει ότι οι εισαγωγές αναμένεται να αυξηθούν έντονα τα επόμενα τρίμηνα, όσο αυξάνεται η εγχώρια ζήτηση, αφαιρώντας από τον ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ.

Οι θετικές τάσεις στη βιομηχανία και στον τουρισμό αναμένεται να οδηγήσουν σε συνέχιση της αυξητικής πορείας των εξαγωγών, αν και αμφότερα τα μεγέθη δείχνουν κάποια στοιχεία κόπωσης εσχάτως. Ωστόσο, για να είναι διατηρήσιμη η αύξηση των εξαγωγών, απαιτείται η αύξηση της παραγωγικής ικανότητας των τομέων των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών μέσω επενδύσεων. Αυτό δεν έχει συμβεί ακόμη. Οι επιχειρήσεις αυξάνουν τον βαθμό χρησιμοποίησης των κεφαλαίων τους αλλά δεν προχωρούν, ακόμη, σε σημαντικού μεγέθους επενδύσεις. Η αβεβαιότητα για τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και το επενδυτικό περιβάλλον μετά την έξοδο από το πρόγραμμα προσαρμογής, καθώς και η υψηλότατη επιβάρυνση από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές, λειτουργούν ανασταλτικά. Αυτά έρχονται να προστεθούν στις διαχρονικές αδυναμίες του θεσμικού περιβάλλοντος, οι οποίες δεν έχουν αντιμετωπιστεί πλήρως ακόμη, περιλαμβανομένης της ολοκλήρωσης της διαδικασίας απλοποίησης των αδειοδοτήσεων των επενδύσεων και των χρήσεων γης, την ακόμα πολύ μεγάλη καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης και τις υστερήσεις στη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών που υποστηρίζουν την επιχειρηματικότητα. Τέλος, ας μη λησμονούμε ότι οι έλεγχοι στις κινήσεις κεφαλαίων εξακολουθούν να ισχύουν. Εχουν ελαφρυνθεί σημαντικά και οι εξαγωγικές επιχειρήσεις έχουν μάθει να λειτουργούν με αυτούς, όμως το γεγονός ότι μια χώρα εντός μιας νομισματικής ένωσης εξακολουθεί να εφαρμόζει capital controls δίνει ένα αρνητικό σινιάλο στις αγορές, ένα συμβολικό περιεχόμενο μη κανονικότητας.

Προς επίρρωση των παραπάνω, το κρίσιμο μέγεθος των επενδύσεων σημείωσε διακυμάνσεις στο μέγεθος και στο πρόσημο καθ’ όλη τη διάρκεια του προηγούμενου έτους, χωρίς να καταγράφει μια συνεπή ανοδική τάση, παρά το πολύ χαμηλό επίπεδο αφετηρίας. Ελπίζουμε ότι φέτος οι ιδιωτικές επενδύσεις θα κινηθούν σε θετικό έδαφος, αν και το πρώτο τρίμηνο ξεκίνησε αρνητικά. Οι δημόσιες επενδύσεις επίσης δεν συνεισφέρουν θετικά, δεδομένου ότι το ΠΔΕ υποεκτελείται. Παρότι οι δημόσιες επενδύσεις είναι το τμήμα των δημόσιων δαπανών με την ισχυρότερη πολλαπλασιαστική επίδραση στο ΑΕΠ, συχνά είναι το πρώτο τμήμα το οποίο περικόπτεται στο πλαίσιο της προσπάθειας για την επίτευξη του δημοσιονομικού στόχου, απλώς διότι είναι το ευκολότερο να περικοπεί. Ετι περαιτέρω, εάν μελετήσει κάποιος με προσοχή τους κωδικούς του προϋπολογισμού, θα διαπιστώσει ότι πίσω από αρκετούς, ακόμα κι αυτούς οι οποίοι κατ’ όνομα είναι αναπτυξιακοί, κρύβονται μισθοί και συντάξεις.

Η ιδιωτική κατανάλωση, που συνιστά ακόμη σχεδόν το 70% του ΑΕΠ, παρέμεινε περίπου στάσιμη το 2017, ενώ από το τρίτο τρίμηνο του 2017 έως και το πρώτο του 2018 πέρασε σε έδαφος συρρίκνωσης. Αυτό δεν προκαλεί έκπληξη, δεδομένου του υψηλού βάρους από φόρους και εισφορές και της αρνητικής αποταμίευσης των νοικοκυριών. Τα τελευταία 6 χρόνια, και με μεγαλύτερη ένταση από το 2015 και μετά, τα νοικοκυριά αναλώνουν αποταμιεύσεις σε μια προσπάθεια να ανταποκριθούν σε φορολογικές και άλλες υποχρεώσεις και να διατηρήσουν ένα επίπεδο διαβίωσης που θεωρούν στοιχειώδες. Αυτή η τάση δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ άπειρον: είτε θα ανακάμψει η παραγωγικότητα της οικονομίας και άρα τα διαθέσιμα εισοδήματα είτε θα συγκρατηθεί η ιδιωτική κατανάλωση. Οι απαιτητικοί δημοσιονομικοί στόχοι για τα επόμενα χρόνια είναι λογικό να δημιουργούν στα νοικοκυριά προσδοκίες πιέσεων στα εισοδήματά τους, γεγονός που αντανακλάται στην καταναλωτική τους συμπεριφορά.

Αυτές οι προσμετρήσεις δεν οδηγούν κατ’ ανάγκην σε μια απαισιόδοξη πρόβλεψη για τα επόμενα χρόνια. Η ελληνική οικονομία έχει δυναμικό πολύ μεγαλύτερων ρυθμών ανάπτυξης στο μεσοχρόνιο διάστημα από αυτούς που σημειώνονται σήμερα. Η χώρα διαθέτει ισχυρότατα συγκριτικά πλεονεκτήματα, από τη στρατηγική της θέση, το φυσικό κάλλος και τα ποιοτικά της προϊόντα, έως τη θεσμική σταθερότητα, το ισχυρό νόμισμα και το μορφωμένο εργατικό δυναμικό. Πρέπει όμως να αποτελέσουν αιτία επαγρύπνησης: η θεωρία του ελατηρίου είναι παρελκυστική, δεν υπάρχει κανένας αυτοματισμός ή νομοτέλεια που θα οδηγήσει στην ανάπτυξη. Η ανάπτυξη, για να είναι βιώσιμη, πρέπει να είναι αποτέλεσμα της δημιουργίας εκείνων των προϋποθέσεων που θα καθιστούν τη χώρα ελκυστική για επενδύσεις, μεταξύ των τόσων άλλων χωρών που ανταγωνίζονται για να δελεάσουν τους επενδυτές. Απαιτείται ένας αναπροσανατολισμός του δημόσιου διαλόγου για την οικονομική πολιτική. Σταδιακά πρέπει να γίνει κτήμα όλων μας ότι η κάθε πολιτική, η οποία προτείνεται και εφαρμόζεται τα επόμενα χρόνια, πρέπει να αξιολογείται με κριτήριο την επίδρασή της –θετική ή αρνητική– στην ανάπτυξη και όχι το κατά πόσον συνεισφέρει στη διατήρηση κεκτημένων προνομίων συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων. Εάν η χώρα δεν αναπτυχθεί ταχέως, τα προνόμια κανενός δεν μπορούν να διασφαλιστούν. Το χρωστάμε στους εαυτούς μας και στις επόμενες γενιές να στοχεύσουμε ψηλότερα.

* Ο κ. Τάσος Αναστασάτος είναι επικεφαλής οικονομολόγος του ομίλου της Eurobank και πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ