ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Υψηλές επιδόσεις για ΔΑΑ το 2017 παρά τη μείωση του «σπατόσημου»

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Θετικά αποτελέσματα παρουσίασε ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών (ΔΑΑ) το 2017. Χάρις στην αύξηση κυρίως των ξένων ταξιδιωτών, η εταιρεία πέτυχε αύξηση εσόδων και κερδών, παρά τη μείωση του Τέλους Εκσυγχρονισμού και Ανάπτυξης Αεροδρομίου (ΤΕΑΑ) –γνωστό και ως «σπατόσημο»– για τους ταξιδιώτες εκτός Ζώνης Σένγκεν από 22 σε 12 ευρώ.

Παράλληλα, όπως ήταν αναμενόμενο, η διοίκηση του ΔΑΑ προτείνει στους μετόχους της εταιρείας τη μη διανομή μερίσματος, ενόψει της συμφωνίας με το ΤΑΙΠΕΔ για την 20ετή επέκταση της σύμβασης παραχώρησης της εκμετάλλευσης του αερολιμένα των Σπάτων. Μάλιστα η διοίκηση της εταιρείας εκτιμά ότι η συμφωνία θα κλείσει πριν από το τέλος του έτους.

«Ενόψει της αναμενομένης υποχρέωσης του ΔΑΑ να καταβάλει την αμοιβή για την επέκταση της περιόδου παραχώρησης (με τη θέση σε ισχύ της σύμβασης επέκτασης της Σύμβασης Ανάπτυξης Αεροδρομίου - ΣΑΑ), προτείνεται η μη διανομή μερίσματος προς τους μετόχους», αναφέρει το σημείωμα του προέδρου του ΔΑΑ Δημήτρη Δημητρίου στις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας. Σημειώνεται ότι πέρυσι η εταιρεία είχε διανείμει μέρισμα 40,5 εκατ. ευρώ για τη χρήση του 2016 και ήταν μειωμένο κατά 65% σε σχέση με εκείνο που είχε διανεμηθεί ένα χρόνο πριν. Η μείωση αυτή επέτρεψε στη διοίκηση του οργανισμού να συγκεντρώσει στο τέλος του 2017 διαθέσιμα της τάξης των 470 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχούσε περίπου στο ύψος της αρχικής συμφωνίας μεταξύ ΤΑΙΠΕΔ και ΔΑΑ για την 20ετή παράταση της παραχώρησης του αερολιμένα.

Η καθυστέρηση στην υλοποίηση της συμφωνίας άλλαξε τα δεδομένα και με την παρέμβαση της Κομισιόν το τίμημα εκτοξεύθηκε. Σύμφωνα με τις επιταγές της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού (DG Comp), το τίμημα δεν μπορεί να είναι χαμηλότερο του 1,1 δισ. ευρώ (1,36 δισ. ευρώ συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ). Ετσι τώρα η διοίκηση του ΔΑΑ βρίσκεται σε αναζήτηση κεφαλαίων που θα της επιτρέψουν να ολοκληρώσει τη συγκεκριμένη συμφωνία.

Αύξηση κερδών 5,8%

Αναφορικά με τα οικονομικά αποτελέσματα του 2017, τα έσοδα της επιχείρησης διευρύνθηκαν κατά 6,6% φτάνοντας τα 433 εκατ. ευρώ, ενώ τα κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) σημείωσαν αύξηση 4,6% φτάνοντας τα 284,5 εκατ. ευρώ. Τα καθαρά κέρδη προ φόρων πλησίασαν τα 200 εκατ. ευρώ και ήταν αυξημένα κατά 5,7% και τα κέρδη μετά από φόρους ανήλθαν σε 140 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση κατά 5,8%.

Τα έσοδα δεν αντικατοπτρίζουν την υψηλή αύξηση της κίνησης, δεδομένου ότι η μείωση του «σπατόσημου» από 22 σε 12 ευρώ για τους εκτός Ζώνης Σένγκεν επιβάτες από τις 11 Απριλίου 2017 και μετά, σύμφωνα με τον ν. 4465/2017, οδήγησε σε μείωση της συμμετοχής του ΔΑΑ στο ΤΕΑΑ. Το ποσόν που εισπράχθηκε πέρυσι ήταν 79,9 εκατ. ευρώ και ήταν μειωμένο κατά 4,18% συγκριτικά με το προηγούμενο οικονομικό έτος. Από την άλλη πλευρά, η εταιρεία αναφέρει αύξηση εσόδων κατά 11% από τη λειτουργία του ξενοδοχείου Sofitel, κατά 8,5% από το εκθεσιακό κέντρο Metropolitan Expo και κατά 0,5% από τις εμπορικές χρήσεις.

Δικαίωση για τον ΦΠΑ

Στο μεταξύ, στις αρχές του 2018 εκδόθηκαν αποφάσεις του Πρωτοδικείου Αθηνών που δικαιώνουν το ΔΑΑ στη νομική κόντρα με το ελληνικό Δημόσιο για την καταβολή ΦΠΑ, και με τέσσερις αποφάσεις του το δικαστήριο ζήτησε την ακύρωση των πράξεων προσδιορισμού ΦΠΑ για τα έτη 1998, 1999, 2000 και 2003. Με άλλη απόφαση παραπέμπει την υπόθεση του 2001 στο Διοικητικό Εφετείο. Επίσης, στις 21 Φεβρουαρίου 2018 από το Συμβούλιο της Επικρατείας εκδόθηκαν εννέα αποφάσεις σχετικά με την επιβολή δημοτικών τελών από τον Δήμο Παιανίας για τα έτη 2004-2012. Με αυτές τις αποφάσεις, όλες οι προσφυγές ακυρώσεως που είχε υποβάλει ο Δήμος Παιανίας, για την αναίρεση των αποφάσεων που είχαν εκδοθεί από το Διοικητικό Εφετείο υπέρ της εταιρείας, απορρίπτονται. Τέλος, ο ΔΑΑ σημειώνει ότι στις 28 Ιανουαρίου 2018 το ελληνικό Δημόσιο κατέθεσε προσφυγές ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας για την αναίρεση των τριών αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου οι οποίες αφορούν τις υποθέσεις επιβολής Φόρου Ακίνητης Περιουσίας για τα οικονομικά έτη 2010, 2011 και 2012 αντίστοιχα. Και οι τρεις υποθέσεις μαζί αφορούν οικονομικές διαφορές συνολικού ύψους άνω των 250 εκατ. ευρώ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ