ΒΙΒΛΙΟ

Δεινός ταξιδιώτης του κόσμου

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ο συγγραφέας Β. Σ. Νάιπολ (1932-2018) έζησε το μεταίχμιο του αποικιοκρατικού και μεταπολεμικού κόσμου, τον οποίο προσέγγισε ιδιαιτέρως κριτικά και ενίοτε ειρωνικά.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η περίπτωση του Β. Σ. Νάιπολ (1932-2018) είναι χαρακτηριστική της λογοτεχνίας της Βρετανικής Κοινοπολιτείας αλλά και μοναδική ως προς τις ποιότητες που ανέδειξε μακριά από προβλέψιμες και καθολικά αποδεκτές ερμηνείες. Ο Νάιπολ ήταν ένας συγγραφέας που έλαμψε με το θάρρος και τη διεισδυτικότητα της ματιάς του, ενός βλέμματος που δικαίωσε αλλά και στηλίτευσε πολλές από τις στερεότυπες εκδοχές του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου και που, ταυτόχρονα, οδηγήθηκε περισσότερο προς μια προσωπική και αυτοβιογραφική τοιχογραφία παρά σε μια ευρεία κοινωνική ανασύνθεση.

Παρ’ όλα αυτά θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Νάιπολ προσέφερε τον εαυτό του και την οικογενειακή του ιστορία στο εργαστήρι της λογοτεχνίας (και μέσα από τις αυτοβιογραφικές αφηγήσεις του, στο εργαστήρι της κοινωνικής ανθρωπολογίας και της πολιτικής γεωγραφίας) με ένα τρόπο αβίαστο, φυσικό και λεπτά επεξεργασμένο. Ο ίδιος έφερε την αντικειμενική συνθήκη να συμβολίζει στις διαδρομές της οικογένειάς του το μεταίχμιο και τις παλινδρομήσεις της φθίνουσας Βρετανικής Αυτοκρατορίας και τα σταυροδρόμια ευρύτατων μετακινήσεων πληθυσμών, ωσμώσεων και πολιτιστικών αντιδανείων από την Ασία και την Αφρική στις Δυτικές Ινδίες και από την Καραϊβική στις Βρετανικές Νήσους.

Ο θάνατός του στα 86 του χρόνια επισφράγισε μια πορεία διαρκούς αναζήτησης πάνω σε θέματα όχι τόσο ταυτότητας (όπως θα ήταν η πιο άμεση εκδοχή), αλλά περισσότερο σε θέματα αυτοπροσδιορισμού. Η διάκριση είναι λεπτή, αλλά για τον Νάιπολ η δυνατότητα να συνομιλήσει με την πορεία της αυτοκρατορίας δεν μπορούσε να γίνει ερήμην των δικών του (ή των ηρώων του) μύχιων επιθυμιών. Περισσότερο, λοιπόν, από μια μεγάλη σύνθεση πάνω στη «μοίρα», ο Νάιπολ υφαίνει τις προσωπικές διαδρομές που αποκτούν σχήμα χάρη στις εξαιρετικά απωθητικές παλινδρομήσεις ανώριμων κοινωνιών. Οταν τιμάται με το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 2001, σε ηλικία 69 ετών, η Σουηδική Ακαδημία τον ονομάζει φιλόσοφο που συνεχίζει την παράδοση των «Περσικών Επιστολών» του Μοντεσκιέ και της «Καντίντ» του Βολταίρου. Τον παραλληλίζει επίσης και με τον Τζόζεφ Κόνραντ ως διάδοχό του στον ρόλο του χρονικογράφου των αυτοκρατοριών, εστιάζοντας στην ικανότητά του να αφηγείται αντλώντας από μια δεξαμενή λησμονημένων ιστοριών.

Ο Νάιπολ είχε γεννηθεί στα νησιά Τρινιντάντ και Τομπάγκο στην Καραϊβική, όπου οι εύποροι και εξαστισμένοι γονείς του τον ανέθρεψαν με δυτικά πρότυπα. Η καταγωγή της οικογένειάς του ήταν από την Ινδία και είχαν έρθει ως εργάτες. Ο ίδιος ο Νάιπολ ήταν η προσωποποίηση των μεγάλων τομών και ανασυνθέσεων στους αρμούς της αυτοκρατορίας, που, μετά το 1960, θα είναι πλέον ένας άλλος κόσμος. Ο Νάιπολ έρχεται νεότατος στην Αγγλία, κερδίζοντας υποτροφία για την Οξφόρδη, και αργότερα ζει στο Λονδίνο, με ρόλο αρχικά έντονα σηματοδοτημένο από την καταγωγή του (ανταποκριτής για τα νέα της Καραϊβικής). Αλλά γρήγορα όχι μόνο θα βιώσει τις μετακινήσεις της γοργά μεταβαλλόμενης Αγγλίας, αλλά θα επιχειρήσει μέσα από τα γραπτά του να εξηγήσει, συχνότατα με χιούμορ και ειρωνεία, τη «μοίρα» του μετανάστη ή του αποσυνάγωγου. Με σημερινούς όρους, πολλές σελίδες του δεν ήταν «πολιτικά ορθές» και οι αναφορές του στην κοινωνία της Καραϊβικής δεν ήταν πάντα κολακευτικές.

Συχνά, στα βιβλία του συμπλέουν εκδοχές λογοτεχνίας, ταξιδιωτικών εμπειριών και δοκιμίων, σε ένα ύφος ίδιον του Νάιπολ. Από τα πιο διάσημα έργα του ήταν «Ενα σπίτι για τον κύριο Μπίσβας», 1961 (στα ελληνικά από την Ωκεανίδα), που εμπνέεται από τα παιδικά βιώματα του πατέρα του (ο οποίος τον οδήγησε από μικρό στον κόσμο των γραμμάτων). To 1971, βραβεύτηκε με Μπούκερ για το «In a Free State» (στα ελληνικά «Οι αντάρτες», εκδ. Γλάρος), που διαδραματίζεται στην Αφρική, ενώ πλαγίως αυτοβιογραφικό είναι το «Μισή ζωή» (εκδ. Ωκεανίδα). Ο Νάιπολ υπήρξε αναμφισβήτητα ένας από τους μεγάλους «ρεαλιστές ποιητές».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ