Δεν είμαι «ενημερωμένος» και δεν αισθάνομαι υποχρεωμένος να μετατρέπω σε προσωπικό μου ψυχόδραμα οποιαδήποτε αρνητική εξέλιξη συμβαίνει στην Ελλάδα και στον υπόλοιπο κόσμο στην οποία αφενός δεν μπορώ να βοηθήσω και αφετέρου δεν αφορά εμένα, την οικογένεια και τους φίλους μου. Οι φίλοι μου με θεωρούν ένοχο για ανάπτυξη μιας απαράδεκτης, εγωιστικής και ναρκισσιστικής αναισθησίας. Πρόκειται όμως πράγματι για μια αδιάντροπη αναισθησία ή για μια προσπάθεια περιφρούρησης της ικανότητας που μου έχει απομείνει για να βιώνω συναισθήματα, η οποία βάλλεται από παντού από ομοβροντίες δραμάτων και καταστροφών; Είμαι απόλυτα βέβαιος ότι η ακατάσχετη ενσυναίσθηση για όλα όσα συμβαίνουν εξαντλεί την ικανότητα του εαυτού να «παράγει» συναισθήματα. Η αδιάκοπη συγκίνηση για το τελευταίο έγκλημα, την επόμενη ατυχία, την πιο πρόσφατη καταστροφή σε υποχρεώνει να ζεις σε μόνιμο άγχος, ανησυχία και μελαγχολία. Σύντομα, όμως, βυθίζεσαι σε μια συναισθηματική παράλυση αφού ο οργανισμός, προκειμένου να προστατευτεί από τα αλλεπάλληλα πλήγματα της επικαιρότητας, ανεπαισθήτως εκπαιδεύεται να καταναλώνει τις καταστροφές και τις τραγωδίες σαν να πρόκειται για ένα θέαμα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι καταναλώνουμε τις καταστροφές από τους τηλεοπτικούς μας δέκτες, την ίδια ώρα που καθόμαστε στο τραπέζι για το μεσημεριανό και το βραδινό φαγητό. Δεν είναι αυτό κάτι σχεδόν αποκρουστικό; Πώς μπορούμε να τρώμε με το αίμα και τα δάκρυα να τρέχουν στο δελτίο ειδήσεων πάνω από το γεμάτο τραπέζι; 

Βομβαρδισμός εικόνων

Θεωρώ πως όταν δεν μπορείς να βοηθήσεις με κάποιο απτό, συγκεκριμένο, πρακτικό τρόπο τους συνανθρώπους σου, είναι καλύτερα να παίρνεις σαφείς αποστάσεις από τις τραγωδίες. Να σφραγίζεις την τηλεόραση, να κατεβάζεις το μισητό, αλλά τόσο εθιστικό Facebook και φυσικά να κλείνεις το ραδιόφωνο προκειμένου να προστατευτείς από την ανελέητη επίθεση των «εξελίξεων». Κι όμως, είναι τόσο δύσκολο. Ο κοινωνικός περίγυρος σου επιβάλλει να ενδιαφέρεσαι. Η συναισθηματική εμπλοκή υποτίθεται ότι ισοδυναμεί με τη λεγόμενη «ηθική στάση». Πόσο ηθικός μπορεί να ισχυριστείς ότι είσαι αν δεν πειθαρχήσεις στην κοινωνική πίεση που σου επιβάλλει να «νιώθεις» τον πόνο του άλλου και να συμμετέχεις στο «πένθος» με μάτια διαρκώς υγρά; Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία πώς κάποιο λάκκο έχει η φάβα. Πριν από την έκρηξη των ηλεκτρονικών media, που έγινε μόνο πριν από μερικές δεκαετίες, οι άνθρωποι μάθαιναν μόνον τα γεγονότα που συνέβαιναν σε ακτίνα ελάχιστων χιλιομέτρων από το σπίτι τους. Και αν μάθαιναν για τραγωδίες όπως η βύθιση του Τιτανικού ή ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, αυτό γινόταν με την απόσταση και τα φίλτρα των εφημερίδων (για τους ελάχιστους που ήξεραν να διαβάζουν) και όχι μέσα από έναν βομβαρδισμό απάνθρωπων εικόνων. Δεν χρειάζεται να αναφερθούμε σε γεγονότα όπως οι Σταυροφορίες, η Άλωση της Κωνσταντινούπολης ή η Σταύρωση του Χριστού που διαδόθηκαν πολλά χρόνια αργότερα από τότε που συνέβησαν και πάντως χωρίς ζωντανές συνδέσεις από τον Βόσπορο, την Παλαιστίνη και τον Γολγοθά.

Ας περιορίσω όμως τις αναρωτήσεις αυτού του είδους. Η ουσία είναι ότι μόνο τον τελευταίο καιρό έχουμε εκτεθεί στην υπόθεση της διάσωσης των παιδιών από τη σπηλιά στην Ταϊλάνδη, σε αεροπορικά δυστυχήματα, σε εικόνες από πρόσφυγες που προσπαθούν να φτάσουν στην Ευρώπη και σε καταστροφές κάθε είδους με κορυφαία ασφαλώς την πυρκαγιά στο Μάτι. Σε όλα αυτά, θα πρέπει να προστεθεί η αμείωτη πολεμική αντιπαράθεση για όλα τα ζητήματα στα social media (από τη γραβάτα του Τσίπρα ως το μετάλλιο της Παπαχρήστου), ο μόνιμα διχαστικός λόγος των κομμάτων και τα διαβρωτικά για την ψυχική ισορροπία tweets του Ντόναλντ Τραμπ. Ξαφνικά πέφτω πρόσφατα σε ένα long read στον Guardian που επιβεβαιώνει την απροθυμία μου να εμπλέκομαι με την επικαιρότητα ή ακόμα σαφέστερα την εχθρότητα που αναπτύσσω, παρότι δημοσιογράφος, με μεγάλο κομμάτι της επικαιρότητας. Γράφει η δημοσιογράφος Elisa Gabbert ότι ο καταιγισμός αρνητικών ειδήσεων μέσα σε ένα κλίμα που διατηρείται μονίμως τοξικό μάς εξαντλεί και μάς οδηγεί στα όρια της ικανότητάς μας να αισθανόμαστε. Καταδικάζουμε τον εαυτό μας σε βιολογική, φυσική και ψυχική εξάντληση, καθώς ανυπεράσπιστοι καταναλώνουμε τους πολέμους και τους θανάτους ολόκληρης της ανθρωπότητας. 

Συναισθηματική αιμορραγία

Το άγος της συναισθηματικής εξάντλησης περιέγραψε πολύ καλά ο φιλόσοφος Εμάνουελ Καντ, όταν έλεγε ότι η συναισθηματική κόπωση στην οποία οδηγεί η υπερέκθεση σε γεγονότα υψηλής συναισθηματικής φόρτισης μπορεί να υπονομεύσει ακόμα και την ίδια την ηθική μας. Διότι αν εθιστούμε τόσο πολύ στο αναπόφευκτο και τη μονιμότητα του πόνου και της καταστροφής, τότε γιατί να σκεφτούμε αν μπορούμε να κάνουμε οτιδήποτε για να αποτρέψουμε ανάλογα φαινόμενα; Γι’ αυτό ο Καντ επέμενε ότι η ηθική δεν πρέπει να συνδέεται με το συναίσθημα, αλλά με τη λογική. Να μην «αιμορραγούμε συναίσθημα» μπροστά στις κάθε λογής καταστροφές, αλλά να τις προσεγγίζουμε με τη σοβαρότητα της ψυχρής λογικής. Είναι ίσως ο μόνος τρόπος για να κατορθώσουμε να φανούμε χρήσιμοι, για να συμβάλλουμε σε λύσεις. Προσπαθώ να φανταστώ τι θα έλεγε σήμερα ο Καντ αν βίωνε το χάος των social media και του internet, αν ήταν κολλημένος μπροστά σε αναρίθμητα τηλεοπτικά κανάλια για να παρακολουθήσει την «επικαιρότητα». Μάλλον δεν θα έλεγε τίποτα γιατί θα τον είχε καταπιεί αυτός ο μιντιακός κυκλώνας και είναι πολύ πιθανό να μην είχε γράψει απολύτως τίποτα. Να είχε πλήρως αναισθητοποιηθεί. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ζωή που μπορεί να γίνει χρήσιμη για τους άλλους, η δημιουργική ζωή, προϋποθέτει απόσταση από τις ζωές των άλλων, κάτι που σήμερα είναι εξαιρετικά δύσκολο.  

Κι αν ο Καντ ήταν τυχερός και δεν έζησε στη σύγχρονη εποχή του θορύβου, δεν συνέβη το ίδιο για την ιστορικό Κάρλα Τζόνσον που πρώτη συνέλαβε τον όρο «compassion fatigue» («συναισθηματική κόπωση» ή «κόπωση συμπόνιας») το 1992. Η Τζόνσον παρατηρούσε μια νοσοκόμα που δεν τηρούσε αποστάσεις από τους ασθενείς της. Η νοσοκόμα αυτή, έπειτα από απεγνωσμένες και αποτυχημένες προσπάθειες να κρατήσει στη ζωή έναν από τους πιο αγαπημένους ασθενείς της, εξαντλήθηκε τόσο πολύ συναισθηματικά που περιέπεσε σε κατάθλιψη και έχασε σχεδόν ολοκληρωτικά την ικανότητά της να ενδιαφέρεται και να εργάζεται για τους ασθενείς της. Ήδη το 1980 προστέθηκε στο «Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών» («Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders») των ΗΠΑ η εξής φράση: «Το να μαθαίνεις για τα τραύματα των άλλων μπορεί να είναι κάτι τραυματικό». «Πλημμυρισμένοι από εικόνες που παλαιότερα σόκαραν και προκαλούσαν αγανάκτηση, χάνουμε σταδιακά την ικανότητά μας να αντιδρούμε», έγραψε το 2003 ο Σούζαν Σόνταγκ στο βιβλίο της «Regarding the Pain of Others» («Παρατηρώντας τον πόνο των άλλων»). Και γιατί, άραγε, φτάσαμε να αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να καταναλώνουμε τον «πόνο των άλλων»; Η απάντηση, όπως άλλωστε στα περισσότερα κοινωνικά ερωτήματα, είναι πεζή και οικονομική. Τα μέσα ενημέρωσης που εξαρτώνται από τη διαφήμιση καταλήγουν στην εντυπωσιοθηρία και εξαρτώνται από εικόνες που αναμένεται ότι θα σοκάρουν. Πεινασμένα παιδιά, βομβαρδισμένες πόλεις, φυσικές καταστροφές. Την πρώτη φορά σταματάμε ό,τι κάνουμε και συλλογιζόμαστε το γεγονός. Σταδιακά, όμως, αρχίζουμε να κρατάμε αποστάσεις. Αδιαφορούμε. Συνεχίζουμε να γευματίζουμε αδιάφορα την ώρα που παρακολουθούμε πρόσφυγες σε λέμβους που αναποδογυρίζουν στη Μεσόγειο. Πολλές φορές οι καταστροφές και οι κρίσεις γίνονται βαρετές και προβλέψιμες από την πρώτη ημέρα που εκδηλώνονται. Ακριβώς γιατί έχουν επαναληφθεί τόσες πολλές φορές που είναι αδύνατον να κλάψεις ξανά με τον ίδιο τρόπο. Επειδή, όμως, η ικανότητά μας να κλαίμε, να ταραζόμαστε και να συγκινούμαστε, είναι πολύ σημαντική, πολύτιμη για την ψυχική υγεία μας και χρήσιμη ως έναυσμα για δράση, είναι σημαντικό να μην την υποβάλλουμε σε κατάχρηση και να την προστατεύουμε απ’ όσους μάς σερβίρουν δράματα και καταστροφές για να δεσμεύσουν την προσοχή μας και να την μετατρέψουν σε χρυσοπληρωμένη διαφήμιση. ■

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ