ΒΙΒΛΙΟ

Δεν θα το βρεις πουθενά

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Εραστές στο πάνω πάτωμα της αίθουσας του τσαγιού. Εργο του Κιταγκάουα Ουταμάρο, από το «Βιβλίο του μαξιλαριού», περ. 1788.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ο Κύριος Γκρι

Μ​​​​οιάζει με λουλούδι, μα δεν είναι λουλούδι, / Μοιάζει με ομίχλη μα δεν είναι ομίχλη. Ερχεται τα μεσάνυχτα, / φεύγει το πρωί. / Ο ερχομός του είναι σαν ανοιξιάτικο όνειρο που δεν διαρκεί πολύ, / Η αναχώρησή του είναι σαν το πρωινό σύννεφο. Δεν θα το βρεις πουθενά». Ζεν ποίημα του Κινέζου ποιητή Μπάι Τσουγί (772-846) με τον ερωτηματικό τίτλο «Λουλούδι;», μεταφρασμένο από τα αγγλικά.

Κάθε καλοκαίρι, ο κύριος Γκρι, πολύ νωρίς τα πρωινά, επιστρέφει σε κάτι τέτοια στιχουργήματα του παράδοξου, του κενού και της γαλήνης, γραμμένα είτε από Κινέζους και Κορεάτες είτε από Ιάπωνες.

Ωστόσο, η προηγούμενη πρόταση περιέχει ένα μικρό ψέμα: κανένα ποίημα, κανένα κείμενο δεν είναι εποχιακό. «Αν το δεις έτσι», λέει ο κύριος Γκρι, «ξεπέφτεις στην πόζα, στη στυλιζαρισμένη ζωάρα του Instagram, στο στημένο γιόλο του Facebook».

Ο κύριος Γκρι επανέρχεται κάθε τόσο σε αυτές τις μικρές αστραπές της Απω Ανατολής ανεξαρτήτως εποχής, απλώς η καλοκαιρινή αυγή έχει πάντοτε κάτι γιαπωνέζικο, ασιατικό: μυστικό, λακωνικό, δροσερό πριν από την κάψα, σιωπηρό μετά τον θόρυβο του ξενυχτιού. Ειδικά, καλοκαίρια αβάσταχτα όπως το φετινό, οι λέξεις αυτές γίνονται εικόνες-βάλσαμο για πονεμένα μάτια. Ο κύριος Γκρι λέει ότι ο Αμερικανός ποιητής Κένεθ Ρέξροθ (1905-1982) έχει μεταφράσει μερικά από τα πιο ωραία παλαιά ιαπωνικά ποιήματα. Προφανώς και στο πρωτότυπο διαβάζονται σαν μικρές μουσικές φράσεις, στα αγγλικά το ίδιο, ας δοκιμάσουμε και στα ελληνικά. Τέσσερα δείγματα: 1. «Το σούρουπο / Δύσκολο να διακρίνεις τον δρόμο / Περίμενε μέχρι να βγει το φεγγάρι / Για να σε δω να φεύγεις». 2. «Ο κόσμος είναι δικός μας / Με τι να τον συγκρίνω; / Με τα λευκά απόνερα μιας βάρκας / Που απομακρύνεται με το χάραμα». 3. «Το τζιτζίκι τσιρίζει / Μ’ έναν φλεγόμενο έρωτα. / Η πυγολαμπίδα καίγεται / Μ’ έναν σιωπηρό έρωτα». 4. «Ονειρεύτηκα ότι ήμασταν και πάλι μαζί. / Με ξύπνησε το γέλιο μου. / Πανικόβλητος έψαξα παντού ολόγυρά μου,/ Τα μάτια μου γεμάτα δάκρυα».

Επιστρέφω στο κινέζικο «Λουλούδι», με το ερωτηματικό στο τέλος του τίτλου, το ερωτηματικό που συνοδεύει το σύντομο αυτό ποίημα που διαβάζεται και σαν δωρικός γρίφος με ρωγμές υπόκωφου λυρισμού. «Δεν ξέρω, αλλά ίσως να είναι αυτό το “δεν” σε κάθε πρόταση που σε κλονίζει», λέει ο κύριος Γκρι. «Σε βγάζει, αθόρυβα, διακριτικά, εκτός εαυτού. Εκτός της στάσης σου. Κάπως έτσι οι μοναχοί-ποιητές ή οι στρατιώτες-ποιητές της Ασίας σε ρίχνουν σε έκσταση – που, βέβαια, όπως ο οργασμός, διαρκεί ελάχιστα. Είναι όμως αυτό που μένει. Στην πραγματικότητα, θυμόμαστε κάθε μας οργασμό γι’ αυτό και θέλουμε να τον επαναλάβουμε. Ή μήπως όχι; Ο Μπάι Τσουγί ίσως να έλεγε σε αυτό το σημείο: Μοιάζει με οργασμό μα δεν είναι οργασμός. Δεν ξέρω».

Αυτό το «δεν ξέρω», στην εποχή της δικτατορίας της άποψης επί παντός, το ακούω κι εγώ τώρα, σαν βάλσαμο. Στα ελληνικά, ο συνδυασμός του «δεν» με το «ξέρω» ίσως να έχει κάτι Ζεν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ