ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΓΚΡΕΓΚ ΤΖΑΚΣΟΝ
Οι άσωτοι
μτφρ: Παναγιώτης Κεχαγιάς
εκδ. Αντίποδες, σελ. 300

Αν το «Στον δρόμο» είχε γραφτεί την εποχή των μεθαμφεταμινών, πιθανότατα θα θύμιζε σε μεγάλο βαθμό το διήγημα «Ο Βάγκνερ στην έρημο». Με τη διαφορά ότι η γραφή του Γκρεγκ Τζάκσον είναι σαφώς πιο συγκροτημένη από το χειμαρρώδες παραλήρημα του Κέρουακ και η φωνή τού μάλλον μπερδεμένου αφηγητή με τους μποέμ αλλά εύπορους φίλους, τον άφθονο ελεύθερο χρόνο και τις υπαρξιακές ανησυχίες, είναι απλώς μια άσκηση στο «μετα-beat».

Μια ομάδα νέων ή σχεδόν νέων αστών έχει συγκεντρωθεί στο Παλμ Σπρινγκς της Καλιφόρνιας για να γιορτάσει, καταναλώνοντας όσο περισσότερες νόμιμες και παράνομες ουσίες μπορεί, την απόφαση ενός ζευγαριού να κάνει παιδί, και άρα να αποχαιρετήσει την ανεμελιά της νιότης. Οσο επιφανειακοί κι αν μοιάζουν οι πειραματισμοί των αποπροσανατολισμένων ηρώων, είναι δύσκολο να συγκαλύψουν την απεγνωσμένη ανάγκη τους «για κάτι καινούριο και ολοκληρωτικό, που θα ωθούσε μπροστά μια ζωή που όλο καθυστερούσε ή θα επισφράγιζε τη χρονιά που τελείωνε, σαν βουλοκέρι... Και τα ναρκωτικά δεν ήταν απλώς υπηρέτες ή καταλύτες, αλλά ενιαίο και αναπόσπαστο τμήμα της ίδιας ακατόρθωτης δοκιμασίας, που θα μπορούσες να πεις ότι ήταν η αναζήτηση για το μυθικό σημείο της πιο έντονης ύπαρξης, το Ελντοράντο του ζην, στο οποίο δεν πίστευα, αλλά παρ’ όλα αυτά με βασάνιζε».

Οι χαρακτήρες του

Στα 34 του, ο Τζάκσον θεωρείται ένας από τους πλέον υποσχόμενους Αμερικανούς συγγραφείς της νεότερης γενιάς και οι χαρακτήρες του διακατέχονται από όλη την αγωνία και την πλήξη των συνομηλίκων του, που αναζητούν ένα νόημα ή έστω μια υποψία κατεύθυνσης στις αποπροσανατολισμένες ζωές τους: Αιώνιοι φοιτητές, ημιαποτυχημένοι καλλιτέχνες, 40άρηδες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης, προσφάτως διαζευγμένοι και επιρρεπείς στις καταχρήσεις ή στους σεξουαλικούς πειραματισμούς, κληρονόμοι μεγάλων περιουσιών που υποφέρουν από πλήξη, μοναχικοί τύποι οι οποίοι δυσκολεύονται να ξεχωρίσουν μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας.

Κάποιοι εμπνέουν αμέσως τη συμπάθεια ή τον οίκτο του αναγνώστη, άλλοι αγγίζουν τα όρια της νεύρωσης. Ολοι επιλέγουν να διατηρήσουν κάποιες πτυχές του εαυτού τους στο σκοτάδι, κρατώντας τα κίνητρα τους μυστικά. Είναι περίπλοκοι, εκλεπτυσμένοι, ματαιόδοξοι και συχνά κυνικοί, επιθυμούν τον έρωτα αλλά όταν τον βρίσκουν αρνούνται να αφεθούν τελείως στο συναίσθημα, έχουν συναίσθηση των ανεπαρκειών τους, όμως αυτό σπάνια γίνεται αφορμή για πραγματική αλλαγή. Κοινώς, είναι παιδιά της εποχής του.  

Η απαστράπτουσα ευφυΐα του και τα δύσκολα αφηγηματικά εγχειρήματα που αναλαμβάνει οικειοθελώς φέρνουν αμυδρά στον νου τον Ντέιβιντ Φόστερ Ουάλας, ωστόσο ο Τζάκσον δημιουργεί την εντύπωση ότι πατάει πιο γερά στη γη και φλερτάρει λιγότερο με την απελπισία από ό,τι ο καταθλιπτικός, πρόωρα χαμένος συγγραφέας του «Infinite Jest». Παιδί της εποχής του και ο ίδιος, δυσκολεύεται να κρύψει τη βαθύτερη ανάγκη του για κάτι πιο ουσιαστικό – άλλωστε, η ποιοτική λογοτεχνία δεν είναι ακριβώς μία άσκηση στην οποία επιδίδονται πολλοί σημερινοί τριαντάρηδες. «Η λογοτεχνία ήταν το μόνο είδος άφιξης στο οποίο μπορούσα να ελπίζω, μια οικειότητα που δεν θα με εγκατέλειπε, που δεν ζητούσε πολλά από μένα ή δεν ξέφτιζε μοιραία στην ατέρμονη πάλη των ανταγωνιστικών μας αναγκών, που επέτρεπε –ή ίσως απλώς ήταν– το πέρασμα της εμπειρίας που επιστρέφει πίσω σε εμάς, μέσα από εμάς, ο τρόπος που είχαμε για να καταστρέψουμε την ατέλειωτη καταστροφή της ζωής», σκέφτεται ο αφηγητής του τελευταίου, πολυεπίπεδου διηγήματος της συλλογής, ο τίτλος του οποίου («Η κατάρρευση της μετα-αφήγησης») προϊδεάζει για το τι έπεται.

«Ο παράδεισος είναι και αυτός απλώς ένα όνειρο άφιξης, όπως γνωρίζουμε από την ανικανότητά μας να φανταστούμε να συμβαίνει ποτέ οτιδήποτε στον παράδεισο. Οπότε σταματήστε να περιφρονείται την ποίηση. Σταματήστε να περιφρονείτε την τέχνη. Το έχουμε σιχαθεί».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ