ΜΟΥΣΙΚΗ

Μετρημένες ερμηνείες χωρίς συναισθηματικές υπερβολές

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Η Μισέλ ντε Γιανγκ απέδωσε την τελική σκηνή της Βρουνχίλδης από το «Λυκόφως των θεών» του Βάγκνερ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Η εμφάνιση της περίφημης ορχήστρας Φιλαρμόνια υπό τη διεύθυνση του Εζα-Πέκα Σάλονεν στο Ηρώδειο, στις 2 Ιουλίου, υπήρξε μία από τις κορυφαίες μουσικές προτάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών. Η μετάκληση ενός σημαντικού μουσικού συνόλου υπό τη διεύθυνση ενός ικανού αρχιμουσικού είναι πια σπάνιο γεγονός στην «Αθήνα της κρίσης». Και η Φιλαρμόνια είναι πράγματι σημαντική: Ιδρύθηκε το 1945 από τον Ουόλτερ Λέγκε, παντοδύναμο παραγωγό δίσκων της ΕΜΙ και σύζυγο της Ελίζαμπετ Σβάρτσκοπφ. Δημιουργήθηκε για τους σκοπούς ηχογραφήσεων και χάρη στη συνεργασία της με κορυφαίους αρχιμουσικούς όπως ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν και ο Οτο Κλέμπερερ έγινε ταχύτατα παγκοσμίως διάσημη. Πολλές από τις ηχογραφήσεις εκείνης της περιόδου διαμόρφωσαν την αισθητική σε παγκόσμιο επίπεδο. Σταδιακά, ανέπτυξε επίσης αξιόλογη συναυλιακή δραστηριότητα με τακτική καλλιτεχνική περίοδο στο Λονδίνο και σταθερές περιοδείες εκτός Βρετανίας. Ο Σάλονεν είναι βασικός αρχιμουσικός της και καλλιτεχνικός της σύμβουλος από το 2008. Συνθέτης και αρχιμουσικός, κατάγεται από τη Φινλανδία, χώρα η οποία έχει δώσει εντυπωσιακό αριθμό εξαιρετικής ποιότητας συνθετών και ερμηνευτών σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Ο συγκεκριμένος εκτός από τη Φιλαρμόνια έχει επίσης την ευθύνη της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Λος Αντζελες.

Το πρόγραμμα της βραδιάς στο Ηρώδειο περιλάμβανε τη δημοφιλέστατη Τρίτη Συμφωνία του Μπετόβεν, την επονομαζόμενη «Ηρωική», καθώς επίσης αποσπάσματα από το «Λυκόφως των θεών» του Ρίχαρντ Βάγκνερ, έργο το οποίο πλήρες έχει παρουσιαστεί στην Αθήνα μία και μόνη φορά το 1938, δηλαδή πριν από ογδόντα χρόνια.

Τότε, κατά τη διάρκεια του μεταξικού καθεστώτος και στο πλαίσιο πολιτιστικών ανταλλαγών, είχε παρουσιαστεί από την Οπερα της Φρανκφούρτης στο θέατρο Ρεξ μαζί με τα υπόλοιπα έργα του «Δαχτυλιδιού» αλλά και με τους «Γάμους του Φίγκαρο» του Μότσαρτ. Και τα δύο έργα που επέλεξαν ο Σάλονεν και η Φιλαρμόνια αποτελούν ακόμα και σήμερα πρόκληση για κάθε αρχιμουσικό αλλά και κάθε συμφωνικό σύνολο.

Η βραδιά ξεκίνησε με την «Ηρωική» συμφωνία, έργο του 1804 το οποίο βρίσκεται ανάμεσα σε δύο εποχές, τον κλασικισμό και τον ρομαντισμό. Ο Σάλονεν τάχθηκε υπέρ μιας ερμηνείας, η οποία αναδείκνυε περισσότερο την προέλευση του έργου, δηλαδή τα στοιχεία του κλασικισμού από την οποία αναδύεται και άφησε στη σκιά τις όψεις του ρομαντισμού, δηλαδή της εποχής η οποία ανέτελλε. Πρόκειται για ερμηνευτική άποψη που επιχειρεί να φωτίσει τη μουσική κυρίως από τη σκοπιά του δημιουργού τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή της σύλληψης, παρά από εκείνη του ακροατή, ενήμερου για όλα όσα έχουν ακολουθήσει. Στην περίπτωση ενός συνθέτη όπως ο Μπετόβεν, μένει να προσδιοριστεί η παράμετρος του οράματος, δηλαδή του γεγονότος ότι η δημιουργική φαντασία του συχνά προηγείται της εποχής του και των δυνατοτήτων που αυτή προσφέρει σε καθαρά πρακτικό επίπεδο, π.χ. σε ό,τι αφορά τα μουσικά όργανα.

Η ερμηνεία του πρώτου μέρους της «Ηρωικής» ήταν ενδεικτική: σβέλτο, με σαφείς παραγράφους και εναργείς διατυπώσεις, έμοιαζε ως συνέχεια συμφωνιών του Χάιντν. Ομοια, το «Πένθιμο εμβατήριο» –β΄ μέρος– διέθετε επισημότητα, διατηρώντας ταυτόχρονα τη διαφάνεια του ήχου: δεν ήταν ούτε βαρύ ούτε στομφώδες. Η διάθεση παρέμεινε «επίσημη» ακόμα και σε παραγράφους που η γραφή είναι πιο ανάλαφρη. Στην κλιμάκωσή του υπήρξε μεγαλόπρεπο, ενώ η αποφόρτιση έγινε με ανάλογα χαμηλόφωνο τρόπο. Λιγότερο ενδιαφέρουσα ήταν η απόδοση του τρίτου μέρους, καθώς απουσίαζε η ανάδειξη του «νεύρου» και της «έντασης» που οδηγούν στο ξέσπασμα του τελευταίου μέρους – κάτι τέτοιο θα απαιτούσε ανάγνωση περισσότερο «συναισθηματική», από την οποία ο Σάλονεν απείχε συνειδητά. Το τελευταίο μέρος της «Ηρωικής» είναι από μόνο του τόσο έντονο, τόσο γεμάτο από εναλλαγές, με την ορμή «γραμμένη» στην παρτιτούρα, που δύσκολα μπορεί να αποτύχει. Στην απόδοσή του συνοψίστηκαν τα χαρακτηριστικά της ερμηνείας του Φιλανδού αρχιμουσικού, η ευελιξία, η σαφήνεια, η αίσθηση του ύφους και, τελικά, ο άριστος έλεγχος της ορχήστρας.

Η ποιότητα της ορχήστρας με το πλούσιο σώμα των εγχόρδων και τα ιδιαίτερα συντονισμένα χάλκινα πνευστά της, εκτιμήθηκαν ιδιαίτερα στα αποσπάσματα από το «Λυκόφως των θεών», που ακολούθησαν, συγκεκριμένα το «Ταξίδι του Ζίγκφριντ στον Ρήνο», το «Πένθιμο εμβατήριο» και τη «Θυσία της Βρουνχίλδης», την οποία απέδωσε η δραματική μεσόφωνος Μισέλ ντε Γιανγκ. Ο προβλεπόμενος κολοσσιαίος ήχος πλημμύρισε το ρωμαϊκό ωδείο και υπήρξε πολλές στιγμές μεθυστικός, τόσο στα ξεσπάσματα όπως αυτό στο «Πένθιμο εμβατήριο», όσο και στην απόδοση της ουτοπικής λύτρωσης, όπως προβλέπεται στην κατάληξη της επικής αυτής «τριλογίας με πρόλογο» που είναι το βαγκνερικό «Δαχτυλίδι». Οπως και νωρίτερα στην «Ηρωική», η ερμηνεία απέδωσε τη μεγαλοπρέπεια της μουσικής και του θέματος αλλά σε κανένα σημείο δεν εξετράπη στη (συναισθηματική) υπερβολή, αποφεύγοντας τον στόμφο και την πνιγηρή ατμόσφαιρα. Ως προς αυτό, το Ηρώδειο ασφαλώς υπήρξε σύμμαχος, καθώς η ίδια ερμηνεία σε κλειστή αίθουσα θα δημιουργούσε τελείως διαφορετική εντύπωση.

Στην τελική σκηνή της Βρουνχίλδης η επιβλητικής εμφάνισης Ντε Γιανγκ ανέλαβε να διεκπεραιώσει ένα έργο εμφανώς μεγαλύτερο από τις δυνατότητές της. Με φωνή λιγότερο επιβλητική από την εμφάνισή της και άρθρωση ακόμα λιγότερο καθαρή, απέδωσε τη μουσική αξιοπρεπώς, χωρίς να προσθέσει κάποια επιπλέον διάσταση, αλλά και δίχως να στερήσει την απόλαυση από τη συνολική ερμηνεία, καθώς τον κυρίαρχο τόνο έδιναν ο Σάλονεν και η ορχήστρα του.

Συνεπώς, συνοπτικά θα έλεγε κανείς ότι οι ερμηνείες του Σάλονεν ήταν καλοδουλεμένες και ακριβείς. Δεν άλλαξαν τον ρου της Ιστορίας, αλλά χαιρόταν κανείς να ακούει τη μουσική παιγμένη από έναν ήχο πειθαρχημένο, δίχως ξέφτια, αισθητικά ωραίο και μεστό, με ένα σώμα εγχόρδων υποδειγματικό και χάλκινα πνευστά, τα οποία παρά τον αριθμό τους ηχούσαν σαν ένα όργανο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ