ΕΛΛΑΔΑ

Δέκα λέξεις για τον Κώστα Ταχτσή

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ*

Για δεκαετίες η στατική λογοτεχνική ανάλυση τον αντιμετωπίζει ως τον συγγραφέα του ενός μυθιστορήματος.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στις 25 Αυγούστου 1988 δολοφονήθηκε στο σπίτι του στον Κολωνό ο συγγραφέας Κώστας Ταχτσής, σε ηλικία 61 ετών. Τριάντα χρόνια πριν. Αφησε πίσω του ένα έργο που παραμένει ακατάτακτο και γεμάτο εκπλήξεις, μολονότι το έχει η κριτική κατατάξει τόσες φορές, και το έχουμε διαβάσει τόσο πολύ. Αποφεύγοντας να γράψω άλλο ένα άρθρο για τη σημασία του κλασικού μυθιστορήματός του «Το Τρίτο Στεφάνι» ή για την τραγικότητα της δολοφονίας του, μάζεψα σκέψεις λίγο πιο ασύνδετες, με αφορμή δέκα λέξεις-κλειδιά. Αντί στεφάνου.

Αναιδώς. Από τα πρώτα ποιήματα που δημοσιεύει τη δεκαετία του ’50, ώς τα τελευταία του άρθρα και σημειώματα του 1988, μπορεί κανείς να θεωρήσει ότι το έργο του Ταχτσή συνέχει μια ιδιοφυής αναίδεια – βρίζει τους πάντες και τα πάντα (ακόμα κι όσους κατά καιρούς έχει ανάγκη), την ίδια στιγμή που επαναλαμβάνει, σε όλους τους τόνους, τη φράση ΔΕΝ ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ (στο πιο γνωστό του ποίημα τυπωμένη έτσι, κεφαλαιογράμματα). Ταιριάζει αυτό το ύφος με το βασικό θέμα του έργου του, που είναι η νεοελληνική αιδώς· και η ανελέητη υπονόμευσή της.

Βίος (και πολιτεία). Βλέπει κανείς στον Ταχτσή μια διαρκή τάση να αυτοβιογραφηθεί, θα έλεγε κανείς να εξομολογηθεί. Ομως αντικείμενό του τελικά γίνεται το πώς ποτέ κανείς δεν μπορεί να ολοκληρώσει (ή και να διαμορφώσει πλήρως) την αυτοβιογραφία του. Γνώστης της καλύτερης παράδοσης του είδους, ο Ταχτσής δεν εξομολογείται, αλλά παίζει ένα παιχνίδι με τα όρια αυτού που μπορεί να γίνει αντικείμενο εξομολόγησης, δείχνοντας διαρκώς ότι η ειλικρίνεια είναι ένα ύφος που έχει πολύ περισσότερο σχέση με τους όρους της κατασκευής του, παρά με την πραγματικότητα της εμπειρίας. Το είπαν, εύστοχα, «ένα διαρκές παιχνίδι με μάσκες».

Δικτατορία. Μέσα στη χούντα ο Ταχτσής ξαφνικά κάνει επιτυχία. Τότε είναι που ξανατυπώνεται και βρίσκει το μεγάλο κοινό του «Το Τρίτο Στεφάνι», δημοσιεύονται ως συλλογή τα διηγήματά του («Τα ρέστα»), αναδημοσιεύεται μια επιλογή ποιημάτων του («Καφενείον το Βυζάντιον και άλλα ποιήματα») και γράφονται τα περισσότερα κείμενα που αργότερα θα συγκεντρωθούν στον τόμο «Η γιαγιά μου η Αθήνα». Γιατί συμβαίνει αυτό; Τι βρήκε ένα μεγάλο κοινό σ’ αυτόν τον συγγραφέα εκείνη την εποχή; Τη διαρκή γοητεία της ηθογραφίας; Την αντίστιξη στον εθνοκομπαστικό λόγο της χούντας; Τη ριζοσπαστική δύναμη του φύλου και της σεξουαλικότητας; Την απελευθερωτική δυναμική της ομοφυλόφιλης παρρησίας; Κάποιοι το ένα, νομίζω, κάποιοι το άλλο· και κάποιοι την εκτίμηση για το πόσο ευρεσιτεχνικά όλα αυτά τα, κάποτε ασύμβατα, τώρα συνδυάζονταν.

Θεοί. «Εγώ τους άνοιγα την πόρτα φίλε κι έλεγα / πως μπαίνουνε θεοί μέσα». Το αγαπημένο μου δίστιχο από τα ποιήματα του Ταχτσή. Μπορείς ταυτόχρονα να το διαβάσεις ως μπανάλ ευφυολόγημα, ως πολλαπλό ερωτικό υπονοούμενο και ως δραστική αλληγορία.

Μπουγαδόνερα. «Δυο γυναίκες που συζητάνε για την ιστορία πάνω από μπουγαδόνερα» είναι η φράση για «Το Τρίτο Στεφάνι» που αποδίδεται στην Ελλη Αλεξίου. Αν είσαι διατεθειμένος να ξεχάσεις ότι λέχθηκε υποτιμητικά, συνειδητοποιείς ότι έχει μια ευστοχία. Διότι, σε όλα τα γραφτά του Ταχτσή προσωπική/συλλογική ιστορία και μνήμη (αλλά και οι προνομιακές τους κατηγορίες: έθνος, οικογένεια, πολιτική, ταυτότητα κ.ο.κ.) παίζουν ρόλο μόνο όσο μπορεί κανείς να πλατσουρίζει στ’ απόνερά τους. Καθώς δηλαδή ξανασυζητούνται, ρευστοποιούνται, γίνονται παράσταση, κουτσομπολιό, νεύρωση, υστερία, εξαντλητικό κατινάζ, επαναληπτικό παράπονο, ιδεοληπτική εμμονή, διαρκής ειρωνεία.

Περούκα. Τον βρήκαν, λέει, δύο μέρες νεκρό, να τη φοράει ακόμα. Κι απέκτησε έτσι και κάτι πιο διαχειρίσιμο, κάτι να ’χει να ελεεινολογεί, ο νεοελληνικός (λογοτεχνικός) καθωσπρεπισμός, που για δεκαετίες τη φαντασιωνόταν αυτήν τη συγκεκριμένη περούκα ως απωθημένη εικόνα. Είναι εντυπωσιακό το πώς κατόρθωσε, νωρίς, ο Ταχτσής να μεταμορφώσει την εικόνα της τραβεστί σεξεργάτριας, που επίσης υπήρξε, ως αναπόσπαστο μέρος του λογοτεχνικού έργου και της υπονομευτικής του δυναμικής. Βεβαίως, όπως και τόσα άλλα από τα ευφυή δημιουργήματά του, και σε αυτό εγκλωβίστηκε. Προς το τέλος της ζωής του, η ταχτσική παρενδυσία έγινε ένα εύκολο παιχνίδι της ελίτ, μια εύχρηστη αναφορά, που μάλιστα χρησιμοποιούνταν (ακόμα χρησιμοποιείται) για να υποτιμήσει τον κινηματικό λόγο ομοφυλοφίλων, τραβεστί, σεξεργατριών, που αναδύθηκε, όπως και ο Ταχτσής, μετά το ’70.

Ποιητής. Ξαναεκδίδοντας πρόσφατα τα νεανικά ποιήματα του Ταχτσή, μπόρεσα να εκτιμήσω δύο πράγματα: αφενός πόσο δραστικά μπορούν να λειτουργήσουν σήμερα σε ένα κοινό που πλέον εκτιμάει το έργο του Ταχτσή ως σύνολο· αφετέρου πόσο έπαιξε ο Ταχτσής με το λογοτεχνικό είδος κατά τη διάρκεια της ζωής του. Ο Ταχτσής-ποιητής τη δεκαετία του ’50, ο Ταχτσής-πεζογράφος της μακράς δεκαετίας του ’60 («Το Τρίτο Στεφάνι», «Τα ρέστα»), ο Ταχτσής μεταφραστής, δημόσιος σχολιαστής και δοκιμιογράφος της μακράς δεκαετίας του ’70 («Η γιαγιά μου η Αθήνα»), ο Ταχτσής της ανοιχτής αυτοβιογραφίας της δεκαετίας του ’80 («Το φοβερό βήμα»). Κάθε εποχή το είδος αλλάζει και ο συγγραφέας, όσο κι αν προσπαθεί, αδυνατεί ουσιαστικά να επιστρέψει στα προηγούμενα.

Σφουγγάρισμα. «Ολες μας οι φροντίδες αποβλέπουν / στο ευσυνείδητο σφουγγάρισμα / των εθνικών μνημείων» γράφει ειρωνικά στο ποίημα «Αθήνα, Ελλάς 1957». Το σφουγγάρισμα, είτε ήταν εθνοκανονική κορώνα, είτε κανονιστική κριτική αποτίμηση, είτε πολιτισμική κολακεία, δεν του πολυπήγε ποτέ. Κάποτε το ανέχθηκε, συνήθως εξεγειρόταν. Ή προφασιζόταν τον αδιάφορο, ιδίως όταν συναντούσε επιφανείς λογοτεχνικούς κριτικούς: «Τι να κάνω, να τσακωθώ; Τσακώνεται κανείς με τον θυρωρό του;».

Χειρονομία. Για δεκαετίες η στατική λογοτεχνική ανάλυση και αποτίμηση τον αντιμετωπίζει ως τον συγγραφέα του ενός μυθιστορήματος (με όλα τα υπόλοιπα κείμενά του να θεωρούνται ατελείς προσπάθειες ή περιορισμένα). Σήμερα, όμως, η προσέγγιση του Ταχτσή φαίνεται να αλλάζει, και να είναι πιο έτοιμη να αντιμετωπίσει το έργο του ως μια συνεχή πολιτισμική χειρονομία, μια μεγάλη συγγραφική παράσταση σε διαφορετικές πράξεις, που πρέπει να τη δεις ολόκληρη και στα συμφραζόμενά της, για να εκτιμήσεις τη σημασία και την αξία της. Ξέρουμε πια ότι για να διαβαστούν καλά και όλα μαζί τα κείμενα του Ταχτσή, προϋποθέτουν να θέλει να παρακολουθήσει ο αναγνώστης το υποκείμενό τους ως συγγραφέα που ειρωνεύεται, συγγραφέα που μανιωδώς αυτοαναφέρεται, που αυτοϋπονομεύεται, που εξεγείρεται, που μικρονοεί, που χαλιέται και χαλάει, συγγραφέα που δεν χωράει.

Ωμότητα και ομοφαγία. Κάθε φορά που ακούμε την επίσημη λύπη για την «ωμή δολοφονία» του, ας είμαστε έτοιμοι να βδελυχθούμε για το ομοφαγικό υπονοούμενο που συνήθως ακολουθεί, ότι δηλαδή «με τη ζωή που ζούσε τον άξιζε έναν τέτοιο θάνατο» ή ότι «προκάλεσε τον δολοφόνο του». Ο Ταχτσής μπορεί να μην έκανε τόσο θέμα του την ακραία έμφυλη βία, ήξερε όμως πόσο πολύ αυτή λειτουργεί ως συγκολλητική κοινωνική ουσία, στη σύγχρονη Ελλάδα. Τη γνώρισε στο πετσί του, την εσωτερίκευσε μάλλον, την υπέστη σε πολλές της μορφές, συχνά την υποτίμησε. Αλλά όλα αυτά δεν τον κάνουν λιγότερο τραγικό θύμα της.

* Ο κ. Δημήτρης Παπανικολάου είναι αναπληρωτής καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Εχει επιμεληθεί τη νέα έκδοση των βιβλίων «Τα ρέστα», «Ποιήματα» και «Η γιαγιά μου η Αθήνα», του Κώστα Ταχτσή, από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη (το τελευταίο υπό έκδοση).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ