ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η απειλή νέων κυρώσεων από ΗΠΑ οδήγησε σε πτώση τη λίρα

Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Στίβεν Μνούτσιν προειδοποίησε ότι η Ουάσιγκτον «σχεδιάζει να λάβει αυστηρότερα μέτρα εάν η Αγκυρα δεν απελευθερώσει τον Αμερικανό πάστορα». Οι απειλές Μνούτσιν συνδυάστηκαν με τη δήλωση Τραμπ ότι η Τουρκία «δεν έχει αποδειχθεί καλός φίλος».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΗΠΑ, Τουρκία

Σε πτωτική πορεία επανήλθε χθες η τουρκική λίρα, μετά τις απειλές της Ουάσιγκτον ότι θα επιβάλει νέες κυρώσεις κατά της Αγκυρας εάν δεν απελευθερώσουν οι τουρκικές αρχές τον Αμερικανό πάστορα Αντριου Μπράνσον. Ετσι, λίγες ώρες μετά τις καθησυχαστικές δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Οικονομικών προς τους επενδυτές και την υπόσχεση του Κατάρ να επενδύσει 15 δισ. δολάρια στην Τουρκία, η ανάκαμψη της τουρκικής λίρας ήταν παρελθόν. Το νόμισμα της γειτονικής χώρας διολίσθαινε εκ νέου το απόγευμα, με την ισοτιμία του να διαμορφώνεται στις 6,30 τουρκικές λίρες προς ένα δολάριο.

Είχαν προηγηθεί οι προειδοποιήσεις του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών Στίβεν Μνούτσιν προς την κυβέρνηση Ερντογάν πως η Ουάσιγκτον «σχεδιάζει να λάβει αυστηρότερα μέτρα εάν δεν τον απελευθερώσουν». Την ανησυχία ενέτεινε η αναμενόμενη λίγες ώρες αργότερα αξιολόγηση της Τουρκίας από τον οίκο Standard & Poor’s, καθώς η αγορά προεξοφλούσε την υποβάθμιση της τουρκικής οικονομίας και του τουρκικού χρέους. Παράλληλα, τουρκικό δικαστήριο στη Σμύρνη απέρριψε την αίτηση αποφυλάκισης του Αμερικανού πάστορα, που σημαίνει ότι μπορεί να μας χωρίζουν λίγες μόνον ώρες από ένα νέο κύμα κυρώσεων κατά της Αγκυρας. Οι απειλές του κ. Μνούτσιν συνδυάστηκαν με την εχθρική δήλωση του Αμερικανού προέδρου ότι η Τουρκία «δεν έχει αποδειχθεί καλός φίλος» των ΗΠΑ. Το αποτέλεσμα ήταν να εξανεμισθεί η εμπιστοσύνη που είχε εμπνεύσει ώρες νωρίτερα στους επενδυτές ο Μπεράτ Αλμπαϊράκ, υπουργός Οικονομικών, υποσχόμενος συνετή οικονομική πολιτική, χαμηλότερους στόχους για την ανάπτυξη και μονοψήφιο πληθωρισμό, αλλά και προεξοφλώντας ότι η Τουρκία θα βγει ενισχυμένη από την κρίση διότι «έχει αντιμετωπίσει επιτυχώς πολλές οικονομικές κρίσεις».

«Φαίνεται ότι οδεύουμε προς νέα και σκληρότερη σύγκρουση», σχολίασε σχετικά η Κάθι Τζόουνς, αναλύτρια στην Charles Schwab, η οποία διαπιστώνει ότι «καμία από τις δύο πλευρές δεν δείχνει προς το παρόν διάθεση για υποχώρηση». Ανάλογες είναι οι εκτιμήσεις και του Γουίλιαμ Τζάκσον της Capital Economics, ο οποίος υπογράμμισε χθες ότι «όπως ακριβώς τίποτα δεν δείχνει ότι θα επιτραπεί στην κεντρική τράπεζα να αυξήσει τα επιτόκια, έτσι τίποτα δεν προδίδει βελτίωση στις σχέσεις Τουρκίας - ΗΠΑ». Ως εκ τούτου, ο εν λόγω αναλυτής θεωρεί βέβαιο πως θα επιβληθούν νέες κυρώσεις κατά της Τουρκίας, επιτείνοντας περαιτέρω την οικονομική κρίση στη γειτονική χώρα. Σημειωτέον ότι ανάμεσα στα λόγια του Τούρκου υπουργού Οικονομικών που καθησύχασαν, έστω προσωρινά, τους επενδυτές ήταν η εκτίμησή του πως οι τουρκικές επιχειρήσεις βρίσκονται σε καλή οικονομική κατάσταση και έχουν τη δυνατότητα να αντεπεξέλθουν στις μεσοπρόθεσμες οικονομικές τους υποχρεώσεις. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Societe Generale, το σύνολο του χρέους που πρέπει να καταβάλουν οι τουρκικές επιχειρήσεις αλλά και το τουρκικό δημόσιο τον Οκτώβριο ανέρχεται σε 3,8 δισ. δολάρια. Οσον αφορά τις τουρκικές επιχειρήσεις, τους δύο τελευταίους μήνες το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους τους αυξήθηκε κατά 25% σε όρους τουρκικής λίρας.

Στήριξη από το Πεκίνο

Ηθική αλλά ενδεχομένως και οικονομική στήριξη προσέφερε χθες στην Αγκυρα η Κίνα. Ανακοίνωση του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών εξέφραζε την πεποίθηση του Πεκίνου ότι «η Τουρκία έχει τη δυνατότητα να ξεπεράσει τις προσωρινές οικονομικές δυσκολίες της». Το Πεκίνο καλούσε επίσης τις δύο πλευρές, την Αγκυρα και την Ουάσιγκτον, «να διευθετήσουν τις διαφορές τους μέσω του διαλόγου». Παράλληλα, όμως, το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών αναφέρθηκε σε συμφωνία αξίας 3,8 δισ. δολαρίων που υπέγραψαν τον περασμένο μήνα η Αγκυρα με την τουρκική θυγατρική της Βιομηχανικής και Εμπορικής Τράπεζας της Κίνας (ICBC). Σχολιάζοντας την εν λόγω συμφωνία, το υπουργείο Εξωτερικών τόνιζε ότι η Κίνα τασσόταν ανέκαθεν υπέρ της συνεργασίας των δύο χωρών τόσο στον επιχειρηματικό τομέα όσο και στον τομέα της χρηματοδότησης, καθώς και στη σύναψη συμφωνιών, βάσει των κανόνων της αγοράς. Από την πλευρά της, η τουρκική θυγατρική της ICBC επιβεβαίωσε χθες ότι έχει υπογράψει μνημόνιο συνεργασίας με το τουρκικό κράτος για τη χρηματοδότηση έργων υποδομής. Απέφυγε, ωστόσο, να διευκρινίσει το ύψος του ποσού που θα διοχετεύσει στο τουρκικό δημόσιο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ