ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Τουρκία

Σημαντικοί κίνδυνοι, αλλά ενδεχομένως και ορισμένες ευκαιρίες για τις εκατοντάδες μικρές και μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις αναδύονται μέσα από την τουρκική χρηματοοικονομική κρίση που σύντομα αναμένεται να μετεξελιχθεί και σε ύφεση. Οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των δύο χωρών υπερέβησαν πέρυσι τα 2,77 δισ. ευρώ και έτσι η απαξίωση των ελληνικών πωλήσεων στην Τουρκία όταν μετατρέπονται σε ευρώ, εξαιτίας της κατά 50% υποτίμησης της λίρας φέτος, είναι η μία πλευρά του νομίσματος. Η άλλη είναι η αύξηση της ανταγωνιστικότητας των τουρκικών εξαγωγών προϊόντων και υπηρεσιών η οποία απειλεί πρωτίστως τον ελληνικό τουρισμό.

Οι κατασκευές

Η εκτιμώμενη ως επικείμενη μετεξέλιξη της κατάστασης σε ύφεση μπορεί να πλήξει και τη ζήτηση στην Τουρκία, υπονομεύοντας τον κύκλο εργασιών των ελληνικών επιχειρήσεων εκεί, εξηγούν οι οικονομολόγοι. Με τον κατασκευαστικό κλάδο στην Τουρκία να καλύπτει το 18% του ΑΕΠ, την ώρα που στην Ελλάδα στην κορύφωση της φούσκας δεν ξεπέρασε το 11%, καθίσταται σαφές πόσο έντονη μπορεί να είναι η πίεση στη δραστηριότητα ελληνικών επιχειρήσεων που εξαρτώνται από τον κατασκευαστικό τομέα όταν επιβραδυνθεί η οικονομία. Επιχειρήσεις όπως η Τιτάν και η Alumil που βρίσκονται καιρό στην Τουρκία αναφέρουν πως ήδη έχουν παρατηρήσει κάμψη της ζήτησης. Κύκλοι της αγοράς όμως επισημαίνουν πως μεσοπρόθεσμα η κρίση ενδέχεται να δημιουργήσει και ευκαιρίες καθώς η κατάρρευση κάποιων τουρκικών ομίλων θα ενδυναμώσει τη θέση ελληνικών όπως η Τιτάν. Η Τιτάν έχει συμμετοχή 50% σε τουρκική τσιμεντοβιομηχανία, η οποία όμως δεν ενοποιείται στα αποτελέσματα του ομίλου και ο κύκλος εργασιών της στη γειτονική χώρα είναι ούτως ή άλλως μικρότερος του 2% του συνόλου. Εάν υπάρξουν λ.χ. καταρρεύσεις άλλων τσιμεντοβιομηχανιών σε περιβάλλον περιορισμένης πρόσβασης στις κεφαλαιαγορές όπως αυτό που έχει διαμορφωθεί, δημιουργούνται επενδυτικές ευκαιρίες, σημειώνουν ορισμένες πηγές. «Δεν θα ήταν περίεργο αν σε δύο-τρία χρόνια ελληνικοί όμιλοι προχωρήσουν σε εξαγορές τοπικών ανταγωνιστών τους με προοπτικές», συμπληρώνουν.

Το εμπόριο

Ο όμιλος Fourlis που λειτουργεί μέσω θυγατρικής 24 καταστήματα λιανικής Intersport και 2 καταστήματα The Athlete’s Foot, εκτιμά ότι «μεσοπρόθεσμα, η αγορά της Τουρκίας παρουσιάζει πολλές ευκαιρίες για την Intersport, λόγω του μεγέθους της, των δημογραφικών χαρακτηριστικών της και της δομής του ανταγωνισμού». Οι πωλήσεις της θυγατρικής της Fourlis στην Τουρκία το 2017 ανήλθαν σε 17,8 εκατ. ευρώ ή 4,1% στο σύνολο των πωλήσεων του ομίλου με τα κέρδη EBITDA αρνητικά (0,64 εκατ. ευρώ περίπου) σε σύνολο EBITDA 41,8 εκατ. ευρώ. Ομως, ο ρυθμός αύξησης των πωλήσεων σε τοπικό νόμισμα μέχρι και σήμερα σύμφωνα με την εταιρεία είναι διψήφιος σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους 2017 και τείνει βελτιούμενος. Θετικός, άλλωστε, μπορεί να αποδειχθεί ο αντίκτυπος της υποτίμησης της λίρας και για όσους Ελληνες εμπόρους έχουν Τούρκους προμηθευτές εφόσον όμως οι συμφωνίες μεταξύ των δύο μερών δεν έχουν γίνει με ρήτρα το δολάριο όπως συνηθίζεται στην Τουρκία.

Σειρά μεγάλων και μικρότερων ελληνικών επιχειρήσεων έχουν έκθεση στην Τουρκία αν και όχι πάντοτε σημαντική.

Οι σημαντικότερες ελληνικές εταιρείες στη Τουρκία σύμφωνα με το Γραφείο Οικονομικών & Εμπορικών Υποθέσεων της ελληνικής πρεσβείας στην Αγκυρα είναι στην παραγωγή τσιμέντου η Τιτάν, στην παραγωγή τροφίμων η CHIPITA στην παραγωγή βιομηχανικών ορυκτών και πυρίμαχων υλικών οι Ελληνικοί Λευκόλιθοι Α.Ε. και επίσης τα Πλαστικά Κρήτης, η Alumil, η Isomat, η Palaplast, η Eurodrip, η Kleemann, η Καρέλιας, η Intrakom, η Intralot και η Intelli Solutions.

Το ύψος των ελληνικών επενδύσεων στη Τουρκία έχει πάντως περιοριστεί σημαντικά μετά την πώληση της Finansbank (έναντι 2,7 δισ. ευρώ) από την Εθνική Τράπεζα το 2015. Πλέον, το συνολικό απόθεμα εκτιμάται από τις αρμόδιες διευθύνσεις του υπουργείου Εξωτερικών και την κεντρική τράπεζα Τουρκίας στα 150 εκατ. δολ. στα τέλη του 2017 από 114 εκατ. δολ. το 2016 και 4,9 δισ. δολάρια το 2015. Οσον αφορά τις ελληνικές τράπεζες τα στοιχεία της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (Bank of International Settlements), δείχνουν ότι η συνολική έκθεση των ελληνικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στην Τουρκία είναι πλέον μόλις 130 εκατ. δολ.

Ο τουρισμός

Ο τουρισμός συνιστά έναν από τους πιο σημαντικούς κλάδους της οικονομίας στην Τουρκία και μία βασικότατη πηγή εσόδων σε συνάλλαγμα και ενδέχεται να είναι αυτό που θα επηρεάσει σημαντικότερα την Ελλάδα. Η πτώση της λίρας καθιστά πολύ φθηνότερο το ευθέως ανταγωνιστικό τουριστικό της προϊόν. Ηδη, τα πρώτα φετινά στοιχεία δείχνουν πως πολλές από τις βασικές αγορές από τις οποίες αντλεί η Ελλάδα επισκέπτες στρέφονται σταδιακά και προς την Τουρκία, η οποία είχε εισέλθει σε κρίση τα προηγούμενα χρόνια μετά τα τρομοκρατικά χτυπήματα, τα γεωπολιτικά γεγονότα (Συρία) και το αποτυχημένο πραξικόπημα. Φυσικά, εάν η κατάσταση στην Τουρκία εκτραχυνθεί, πιθανόν να ενισχυθεί ο ελληνικός τουρισμός επισημαίνουν οι ψυχραιμότεροι. Σύμφωνα με τα στοιχεία τουρκικού στατιστικού Ινστιτούτου το 2017, οι τουριστικές αφίξεις αυξήθηκαν σε ετήσια βάση κατά 23,1% και ανήλθαν σε 38,6 εκατ. από 31,3 εκατ. το 2016, ενώ τα έσοδα αυξήθηκαν κατά 18,9% και ανήλθαν σε 26,3 δισ. δολ. από 22,61 δισ. Φέτος, οι εκτιμήσεις μιλούν για υπερδιπλάσια άνοδο.

Σύννεφα στις επενδύσεις τουρκικών ομίλων στην Ελλάδα

Η επιδείνωση της χρηματοοικονομικής θέσης των μεγάλων τουρκικών ομίλων σε συνδυασμό με την πίεση από τους πιστωτές τους επηρεάζει και τη δυνατότητά τους να πραγματοποιούν νέες επενδύσεις. Πολλές έχουν ήδη γίνει στην Ελλάδα, και ειδικότερα από τους ομίλους Dogus και Koc, και αποδεικνύονται τώρα σωτήριες ως αξιόλογα περιουσιακά στοιχεία τους. Είναι γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο που ορισμένοι τραπεζικοί κύκλοι εικάζουν ότι ενδέχεται, εφόσον πιεστούν, να οδηγηθούν σε αποεπένδυση από αυτές. Οι δύο αυτοί όμιλοι, όπως και πολλοί άλλοι στην Τουρκία, έχουν υψηλό δανεισμό σε δολάρια η αποπληρωμή του οποίου αυτονόητα καθίσταται δυσχερέστατη εξαιτίας της πτώσης της τουρκικής λίρας.


Ο τουρκικός όμιλος Dogus συμμετέχει με ποσοστό της τάξης του 30% στην κοινοπραξία που εξαγόρασε τον Αστέρα Βουλιαγμένης, ενώ διαθέτει και περίπου 50% στην κοινοπραξία που κατέχει το ξενοδοχείο Hilton στην Αθήνα.

Αναδιάρθρωση δανεισμού

Προβληματισμός επικρατεί μεταξύ ορισμένων κύκλων της ελληνικής αγοράς για τις ενδεχόμενες επιπτώσεις της τουρκικής χρηματοοικονομικής κρίσης σε μεγάλους τουρκικούς ομίλους που έχουν πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις στην Ελλάδα. Αμφότεροι οι δύο όμιλοι Dogus και Koc βρίσκονται σε συζητήσεις με τους πιστωτές τους προκειμένου να αναδιαρθρώσουν τον δανεισμό με επιμήκυνση της περιόδου αποπληρωμής του και εξασφάλιση περιόδου χάριτος, κατά την οποία θα καταβάλλονται μόνον τόκοι. Στο πλαίσιο αυτών των ρυθμίσεων προσφέρουν, σύμφωνα με τουρκικά media, ως νέες εξασφαλίσεις και συμμετοχές στο εξωτερικό όπως ενδεχομένως αυτές στην Ελλάδα. «Αν και ειδικά οι όμιλοι Dogus και Koc έχουν μεγάλο ειδικό βάρος και ευρύτατο χαρτοφυλάκιο περιουσιακών στοιχείων ακόμα και για βορειοευρωπαϊκά δεδομένα, η αβεβαιότητα μέχρι τη γνωστοποίηση των σχετικών όρων αναδιάρθρωσης του δανεισμού τους είναι δεδομένη», αναφέρουν οι ίδιες πήγες.

Πάντως, προ ολίγων ημερών, ο επικεφαλής της Dogus, Φερίτ Σαχένκ, δήλωσε πως η υπογραφή συμφωνίας με τους πιστωτές για την αναχρηματοδότηση δανεισμού της τάξης των 2 δισ. ευρώ που λήγει το 2019 (ο συνολικός δανεισμός του ομίλου Dogus στα τέλη του 2017 ήταν της τάξης των 5,2 δισ. ευρώ) είναι επικείμενη.

Επιπλέον, Ελληνες συνεργάτες του ομίλου Dogus είναι ιδιαίτερα καθησυχαστικοί αναφορικά με το ενδεχόμενο να εκποιηθούν ελληνικές συμμετοχές της Dogus. Σημειώνεται ότι η Dogus τον Απρίλιο πούλησε συμμετοχή 17% που κατείχε στην αλυσίδα εστιατορίων D.ream (γνωστή και από τον σεφ Salt Bae).

Αστέρας - Hilton

Η Dogus συμμετέχει με ποσοστό της τάξης του 30% στη κοινοπραξία που εξαγόρασε τον Αστέρα Βουλιαγμένης ενώ διαθέτει και περίπου 50% στην κοινοπραξία που κατέχει το ξενοδοχείο Hilton στην Αθήνα. Διαθέτει επίσης συμμετοχές σε μαρίνες όπως το 50% στη μαρίνα του Φλοίσβου, που ελέγχει από κοινού με τη Lamda, και το 99% της Κ & G Διαχείριση Μαρινών Μεσογείου Α.Ε., η οποία ελέγχει τις παραχωρήσεις των μαρινών της Ζέας στον Πειραιά, των Γουβιών στην Κέρκυρα και της Λευκάδας. Συμμετέχει επίσης σε κοινοπρακτικό σχήμα που έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον για τη μαρίνα του Αλίμου.

Για την τελευταία έχει ενδιαφερθεί, από κοινού με την Ακτωρ Παραχωρήσεις, και ο όμιλος Koc, που το 2015 μαζί με τη Folli Follie ανέλαβαν τη διαχείριση της μαρίνας Μυτιλήνης. Η βασικότερη επένδυση του ομίλου Koc στην Ελλάδα, πάντως, ήταν φέτος η εξαγορά του 80% της Olympic Commercial & Tourism Enterprise S.A. που ελέγχει την Avis στην Ελλάδα μαζί με την αμερικανική Avis Budget Group, που είναι ο licensor των σημάτων Avis, Budget και Payless, η οποία αγόρασε το υπόλοιπο 20%. Επενδυτική παρουσία στην Ελλάδα, όμως, έχουν και άλλες μικρότερες τουρκικές επιχειρήσεις όπως οι όμιλοι Eren Holding και Pak Holdings, που διαθέτουν εδώ μονάδες χαρτοποιίας, η Polisan που έχει εξαγοράσει την εταιρεία χημικών Artenius Hellas στη βιομηχανική περιοχή Βόλου, και η τουρκική κρατική τράπεζα Ziraat που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα από το 2008 με υποκαταστήματα σε Αθήνα, Κομοτηνή, Ξάνθη και Ρόδο.

Συναλλαγές 2,77 δισ.

Οι ελληνικές εξαγωγές προς την Τουρκία το 2017 σημείωσαν, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του γραφείου οικονομικών και εμπορικών υποθέσεων της πρεσβείας της Ελλάδας στην Αγκυρα, εντυπωσιακή αύξηση, τόσο στο σύνολο (+44,5%) όσο και στο σύνολο χωρίς καύσιμα (+20,7%), ανερχόμενες σε 1,9 δισεκατομμύριο ευρώ και 879 εκατομμύρια ευρώ αντίστοιχα. Συνολικά, δηλαδή, οι εμπορικές συναλλαγές υπερβαίνουν τα 2,77 δισεκατομμύρια ευρώ.

Καύσιμα και βαμβάκι

Το 2017 οι εισαγωγές από την Τουρκία αυξήθηκαν κατά 2,6% στο σύνολο και 11,5% χωρίς καύσιμα και ανήλθαν σε 1,4 και 1,2 δισεκατομμύριο ευρώ αντίστοιχα. Το ισοζύγιο στο σύνολο των προϊόντων χωρίς καύσιμα είναι ελλειμματικό για τα ελληνικά προϊόντα και συγκεκριμένα κατά 381 εκατ. ευρώ. Είναι πιθανόν αυτό να διευρυνθεί σημαντικά, επισημαίνουν οικονομολόγοι. Το βασικότερο ελληνικό εξαγωγικό προϊόν –μετά τα πετρελαιοειδή και τα καύσιμα που αντιστοιχούσαν το 2017 σε 1,07 δισ.– είναι το βαμβάκι.

Τι εισάγουμε

Τα κυριότερα εισαγόμενα προϊόντα από Τουρκία περιλαμβάνουν προϊόντα χάλυβα, πλαστικά, οχήματα και ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό, αλλά και έτοιμα ενδύματα, έπιπλα, ενώ εντυπωσιακή τα τελευταία έτη είναι η αύξηση των εισαγωγών ψαριών (ιχθυοκαλλιέργειας). Σημειώνεται η μικρή συμμετοχή των τροφίμων στο σύνολο των εξαγωγών, η οποία κυμαίνεται από 5,1% έως 8,5% στο σύνολο χωρίς καύσιμα, ενώ πολύ μικρή είναι επίσης και η συμμετοχή των καταναλωτικών αγαθών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ