ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ*

Ο φαύλος κύκλος του κομματισμού

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Για μία ακόμη φορά, στο Μάτι, η συζήτηση δεν επικεντρώνεται στα οργανωτικά, τεχνικά και διοικητικά προβλήματα των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης, αλλά μετατίθεται στο αμιγώς πολιτικό-κομματικό επίπεδο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: IΔEEΣ

Δ​​εν θυμάμαι καμία φυσική καταστροφή τα τελευταία τριάντα χρόνια που δεν έγινε αντικείμενο σκληρής κομματικής αντιπαράθεσης, ιδιαίτερα αν υπήρξαν ανθρώπινα θύματα. Ούτε μία. Οι ανταλλασσόμενες κατηγορίες είναι πληκτικά παρόμοιες (και, πλέον, σχεδόν προβλέψιμες): «είστε ανίκανοι, έχετε εγκληματικές ευθύνες», «αντιμετωπίζουμε ακραία φυσικά φαινόμενα, κάνουμε το καλύτερο δυνατόν».

Ανατρέχοντας στις πολιτικές αντιδράσεις στις φονικές πυρκαγιές του 2007, θα δείτε ένα μοτίβο παρόμοιο με το σημερινό: τα κόμματα της αντιπολίτευσης καταγγέλλουν ανηλεώς την τότε κυβέρνηση (της Ν.Δ.). Μάλιστα, ένας αμετροεπής πολιτικός (του ΛΑΟΣ τότε, σήμερα αντιπρόεδρος της Ν.Δ.) παρομοίαζε τη Ν.Δ. με τον Νέρωνα!

Ενας υφυπουργός της Ν.Δ., εγνωσμένης φαιδρότητας, κατηγορούσε το ΠΑΣΟΚ για τις πυρκαγιές («το πράσινο καίει το πράσινο»). Ακόμα και στο πένθος, η γελοιότητα δεν λείπει!

Ποιο είναι το πρόβλημα όταν η ανεπαρκής απόκριση του κρατικού μηχανισμού εισέρχεται στον δημόσιο λόγο με όρους στενής κομματικής αντιπαράθεσης; Η συζήτηση δεν επικεντρώνεται στα οργανωτικά, τεχνικά και διοικητικά προβλήματα –τα κατ’ εξοχήν θέματα που έχουν να κάνουν με τη λειτουργία των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης– αλλά μετατίθεται στο αμιγώς πολιτικό-κομματικό επίπεδο. Προκύπτουν, έτσι, δύο σημαντικά προβλήματα.

Αμετροέπεια

Πρώτον, οι πολιτικοί παίκτες επιδιώκουν να ελαχιστοποιήσουν τη ζημία (κυβέρνηση) ή να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη (αντιπολίτευση), οπότε συμπεριφέρονται αντιστοίχως: η κάθε πλευρά ενεργεί περισσότερο με όρους μιντιακούς και λιγότερο ουσιαστικούς· θέλει να κερδίσει τη μάχη των εντυπώσεων, όχι τη μάχη της ουσίας. Ενίοτε, μάλιστα, φτάνουν στο σημείο να συγκρίνουν πυρκαγιές προκειμένου να δείξουν πόσο αναποτελεσματικός είναι ο αντίπαλος και πόσο αποτελεσματικοί οι ίδιοι (βλ. δηλώσεις Γεωργιάδη, Κικίλια, Τσίπρα και άλλων). Αβυθομέτρητη μικρόνοια! Οι παρενέργειες της κομματικής τιτανομαχίας είναι επιζήμιες: τα δομικά-λειτουργικά προβλήματα που καθιστούν διαχρονικά ανεπαρκή τον κρατικό μηχανισμό επισκιάζονται από την ξύλινη αντιπαράθεση.

Δεύτερον, στο μέτρο που το κράτος καθίσταται αντικείμενο χρόνιας κομματικής διαμάχης, χάνει την καθολική αποδοχή και μειώνεται το κύρος του, τόσο στην κοινωνία όσο και μεταξύ των λειτουργών του. Αδυνατίζει η εμπιστοσύνη του πολίτη στο κράτος και αποθαρρύνεται ο δημόσιος λειτουργός να δώσει τον καλύτερο εαυτό του στην υπηρεσία του. Ολοι χάνουν.

Γιατί με κάθε φυσική καταστροφή η συζήτηση μεταφέρεται σχεδόν αυτόματα στο επίπεδο της κομματικής αντιδικίας; Διότι δεν εμπιστευόμαστε ότι οι επιλογές των εκάστοτε κυβερνώντων για τη στελέχωση κρατικών υπηρεσιών δεν έγιναν με κομματικά κριτήρια (συχνά δε το γνωρίζουμε με βεβαιότητα). Εφόσον πιστεύουμε ότι οι επιλογές τους δεν ήταν αξιοκρατικές (δηλαδή, ορθολογικές), αλλά κομματοκρατικές (δηλαδή, ανορθολογικές), αφενός εικάζουμε ότι η ανεπαρκής απόκριση του κρατικού μηχανισμού αντανακλά συνολικότερα τις ανορθολογικές επιλογές των κυβερνώντων, αφετέρου χρεώνουμε την εκάστοτε κυβέρνηση με το κόστος των κομματικών επιλογών της. Καήκαμε; Φταίτε!

Ιδού το ελληνικό παράδοξο: ενώ ως πολίτες αναμένουμε από το κράτος ορθολογισμό (και τα συναφή: σχεδιασμό, ετοιμότητα, αποτελεσματικότητα), ως ψηφοφόροι αναδεικνύουμε στην εξουσία κόμματα που προάγουν τον κομματισμό, δηλαδή τον ανορθολογισμό! Η ανεπαρκής κρατική απόκριση στις φυσικές καταστροφές αναδεικνύει ξανά το μείζον θεσμικό πρόβλημα της χώρας: τη διαχρονική κομματικοποίηση του κράτους. Πρόκειται για πρόβλημα με δομή φαύλου κύκλου, γι’ αυτό είναι εξαιρετικά δυσεπίλυτο. Κάθε κίνηση επίλυσης, στο μέτρο που εντάσσεται στο υφιστάμενο πλαίσιο, διαιωνίζει το πρόβλημα!

Με αφορμή τις κρίσεις

Μήπως υπερβάλλω; Πείτε μου πότε οι κρίσεις στην Αστυνομία, την Πυροσβεστική, και τις Ενοπλες Δυνάμεις δεν κατέστησαν αντικείμενο κομματικής διαμάχης. Ενδεικτικά: Το 2014, ο ΣΥΡΙΖΑ κατήγγειλε «τη μνημονιακή κυβέρνηση [Σαμαρά-Βενιζέλου]» για τις επιλογές της στις κρίσεις των Ενόπλων Δυνάμεων. Το ίδιο έκανε το ΠΑΣΟΚ το 2007: «Η Αστυνομία, η Πυροσβεστική και κάθε δημόσια λειτουργία της χώρας είναι ιδιοκτησία της Ν.Δ». Το 2017, ο τότε υπουργός κ. Τόσκας είπε κάτι παρόμοιο: «Το Πυροσβεστικό Σώμα χρησιμοποιήθηκε για κομματικές εξυπηρετήσεις· στελέχη έμπαιναν από τα παράθυρα». Αντιδρώντας στην πρόσφατη τοποθέτηση νέας ηγεσίας στην ΕΛΑΣ και την Πυροσβεστική, ο κ. Μητσοτάκης δήλωσε: «Τακτοποιεί [ο κ. Τσίπρας] τους δικούς του εναπομείναντες ανθρώπους, επιλέγοντας με κομματικά κριτήρια την ηγεσία των σωμάτων ασφαλείας». Ερώτηση: πώς θα συνεργασθεί αύριο ως πρωθυπουργός με αυτά τα σημαντικά κρατικά στελέχη, των οποίων το κύρος (άρα και την εμπιστοσύνη της κοινωνίας προς αυτά) έχει ήδη υπονομεύσει με τις κατηγορίες περί κομματισμού;

Ιδού το διαχρονικό μοτίβο: η εκάστοτε αντιπολίτευση κατηγορεί την εκάστοτε κυβέρνηση ότι κομματικοποιεί την ηγεσία του κρατικού μηχανισμού. Τι μένει; Η γενικευμένη αίσθηση ότι το κράτος δεν συνιστά έναν πολιτικά ουδέτερο οργανισμό αλλά είναι υποχείριο των κομμάτων εξουσίας. Ετσι δημιουργείται ο φαύλος κύκλος: καταγγελίες για κομματισμό, ξήλωμα στελεχών, διορισμός νέων, νέες καταγγελίες, κοκ. Οι ρόλοι αλλάζουν, το βαθύτερο μοτίβο όχι.

Δεν ισχυρίζομαι ότι οι επιλεγέντες από την εκάστοτε κυβέρνηση επικεφαλής δεν έχουν ικανότητες. Δεν το ξέρω, ούτε αυτό είναι το θέμα. Το θέμα είναι ότι ακόμη κι αν έχουν, στο μέτρο που τους συνοδεύει ο ψόγος της κομματικής επιλογής, θα είναι, εξ υπαρχής, ευάλωτοι – είναι απίθανο να τους εμπιστευθούμε. Οσο η στελέχωση σημαντικών θέσεων περιβάλλεται από τη διαβρωτική αχλύ της κομματικής σύγκρουσης, τόσο η κρατική δράση θα φέρει το στίγμα του κομματισμού, το οποίο, με τη σειρά του, θα έλκει σαν μαγνήτης τη συζήτηση στο κομματικό πεδίο, έπειτα από μια φυσική καταστροφή.

Θέλουμε ένα σύγχρονο κράτος που να εμπιστευόμαστε ότι κινητοποιείται με ετοιμότητα και σχέδιο για την αντιμετώπιση μιας φυσικής καταστροφής, έστω κι αν, ενίοτε, αποτυγχάνει; Ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε: να το στελεχώνουμε με κριτήρια αμιγούς επαγγελματισμού. Εύκολα λέγεται, δύσκολα γίνεται. Ακόμα και τώρα που το τρίτο μνημόνιο επέβαλε την αξιοκρατική επιλογή υπηρεσιακών γραμματέων στα υπουργεία, η κυβέρνηση βασίμως κατηγορείται ότι προωθεί τους δικούς της, ενώ η Ν.Δ. δεσμεύτηκε ότι θα καταργήσει τους σχετικούς διορισμούς όταν γίνει κυβέρνηση. Φαύλος κύκλος ξανά! Υπάρχει σωτηρία;

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ