ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πέρασαν 20 ημέρες από το απόγευμα της 28ης Ιουλίου, όπου δύο άγνωστες πέταξαν λάδι σε 120 σημεία του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου (ΒΧΜ), βανδαλίζοντας και σημαντικά εκθέματα. Πώς αντέδρασε η υπουργός Πολιτισμού; Ούτε πήγε μέχρι τη Βασιλίσσης Σοφίας 22 ούτε έλεγξε τι συνέβη στους χώρους του μουσείου. Φαίνεται, όμως, ότι, ακόμη και σήμερα, καθόλου δεν ανησυχεί: «Δεν θα το έλεγα ακριβώς βανδαλισμό, ίσως είναι υπερβολική αυτή η έκφραση», δήλωσε η κ. Λυδία Κονιόρδου, ερωτηθείσα σχετικά από το τηλεοπτικό κανάλι Epsilon. Και με περισσή ευγένεια, όχι όμως αρκετή για να καλύψει την αφέλεια, πρόσθεσε: «Θεωρούμε ότι ήταν κάποιες κυρίες οι οποίες άπλωναν κάποιο λάδι».

Χθες, από το πρωί άνθρωποι του ΒΧΜ, τμηματάρχες και συντηρητές προχώρησαν σε νέα καταμέτρηση των σημείων που «λαδώθηκαν». Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», η λίστα της Ασφάλειας αναφέρει πολύ περισσότερα από 200 σημεία που έχουν λεκέδες λαδιού και δαχτυλιές σε προθήκες, εικόνες, μαρμάρινες στήλες και άλλα εκθέματα του μουσείου, καθώς και στους τοίχους των αιθουσών. Στην πραγματικότητα, λένε όσοι γνωρίζουν, «με γυμνό μάτι, τα σημεία που ακούμπησαν οι δυο γυναίκες είναι πολύ περισσότερα», υπογραμμίζοντας πως «οι κάμερες έχουν μικρή γωνία παρακολούθησης». Συνεπώς, υπάρχουν και σημεία που δεν κατέγραψαν οι κάμερες, διότι δεν είχαν ευρυγώνια εμβέλεια παρακολούθησης. Η καταγραφή περιλαμβάνει όλους τους χώρους της μόνιμης έκθεσης, της περιοδικής στη βίλα Ιλίσσια και τη διοργάνωση που φιλοξενεί το ΒΧΜ, η έκθεση για τον Πανάγιο Τάφο.


Η λίστα της Ασφάλειας αναφέρει πολύ περισσότερα από 200 σημεία που έχουν λεκέδες λαδιού και δαχτυλιές, ενώ οι κάμερες δεν είχαν... σωστές γωνίες λήψης, ώστε να βρεθούν οι δύο δράστιδες.

Παρ’ όλα αυτά, αντί να αναζητηθούν επί της ουσίας οι ευθύνες γι’ αυτό το γεγονός που δεν έχει προηγούμενο σ’ αυτή την έκταση, άρχισε εδώ και λίγες ημέρες ένας πόλεμος μετάθεσης των ευθυνών. Σε ανακοίνωσή της, η Πανελλήνια Ενωση Υπαλλήλων Φύλαξης Αρχαιοτήτων σημειώνει, μεταξύ άλλων, ότι «πρέπει να αποδοθούν ευθύνες αναλογικά σε όλους τους εμπλεκόμενους του περιστατικού», σημειώνοντας πως «η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο τους αρχαιοφύλακες, αλλά και τη διεύθυνση του μουσείου». Υπογραμμίζουν ακόμη πως «το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο καθώς και η συντριπτική πλειονότητα των μουσείων δεν διαθέτουν χώρους όπως μια ιματιοθήκη, ώστε ο επισκέπτης υποχρεωτικά να αφήνει τσάντες, σακίδια κ.λπ., τα οποία θα μπορούσαν εν δυνάμει να κρύβουν αντικείμενα πιθανού βανδαλισμού».

Η ιματιοθήκη

Στην πραγματικότητα, όμως, το μουσείο διαθέτει (χθεσινή είναι η φωτογραφία που δημοσιεύουμε) ιματιοθήκη και μάλιστα στο κτίριο της βίλας Ιλίσσια, δίπλα στα εκδοτήρια όπου υπάρχουν πάντα δύο φύλακες. Μικρός χώρος, αλλά εκεί αφήνουν οι επισκέπτες του μουσείου σακούλες και μεγάλες τσάντες και οι μαθητές τον χειμώνα τα σακίδιά τους, όταν παρακολουθούν εκπαιδευτικά προγράμματα. Σε όλους δίνεται πάντα ένα νούμερο. Υπάρχουν επίσης συρόμενες κρεμάστρες για τα πανωφόρια τον χειμώνα. Ομως ένα μπουκαλάκι λαδιού χωράει και σε μια τσέπη. Το θέμα, συνεπώς, δεν είναι να αναπαράγεται μία κόντρα μεταξύ του προσωπικού φύλαξης και της διεύθυνσης του μουσείου, να επιρρίπτονται ευθύνες στο εποχικό προσωπικό και όχι στο μόνιμο, ούτε να αποδυναμωθεί η σημασία του γεγονότος από την πολιτική ηγεσία του ΥΠΠΟΑ, αλλά να ληφθούν μέτρα για την εκπαίδευση όλων των φυλάκων παλιών και εποχικών, να γίνουν προσλήψεις και να αντικατασταθούν τα παλιά συστήματα ασφαλείας. Ειδικά στην περιφέρεια και τα νησιά, τα μουσεία αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα ασφάλειας.

Είναι περίεργο επίσης ότι ένα τέτοιο γεγονός δεν καταδικάστηκε από τον Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων, καθώς οιαδήποτε ενέργεια στρέφεται εναντίον της πολιτιστικής κληρονομιάς με σκοπό να προκαλέσει φθορά είναι πράξη βανδαλισμού, μερική ή ολική καταστροφή έργων τέχνης και πολιτισμού. Η πρόθεση των δύο γυναικών δεν φαίνεται τόσο αγαθή όσο τη θεωρεί η κ. Κονιόρδου. Ο χαρακτηρισμός της «ήταν κάποιες κυρίες οι οποίες άπλωναν κάποιο λάδι» δίνει λάθος μήνυμα για την προστασία του πολιτισμού, από την κατεξοχήν αρμόδια από την πλευρά της πολιτείας με αυτό το καθήκον. Και η πολιτική ευθύνη σε αυτές τις περιπτώσεις αυξάνεται με την υπεκφυγή.

«Μια πρωτοφανούς αφέλειας δήλωσή της (σ.σ., της υπουργού) σχετικά με τα γεγονότα βανδαλισμού στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο επιβεβαιώνει τους χειρότερους φόβους μας: η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν είναι σε θέση να προστατεύσει το πολιτιστικό απόθεμα της χώρας», σημειώνει σε δήλωσή της η τομεάρχης Πολιτισμού της Ν.Δ. Ολγα Κεφαλογιάννη.


Οι υπάλληλοι φύλαξης αναφέρουν ότι το ΒΧΜ και άλλα μουσεία δεν διαθέτουν ιματιοθήκες ώστε να αφήνουν τσάντες κ.ά. οι επισκέπτες. Η χθεσινή φωτογραφία δείχνει ότι αυτό δεν ισχύει, τουλάχιστον για το ΒΧΜ.

Συνεχείς επιθέσεις

Το ΒΧΜ πρόσφατα, ο αρχαιολογικός χώρος της Μπρεξίζας στη Νέα Μάκρη τον Ιούνιο, το Μουσείο της Βεργίνας πέρυσι τον Μάιο, όπου επισκέπτρια με αφρικανικά χαρακτηριστικά ψέκασε με ελαιώδες υγρό βάσεις 11 επιτύμβιων στηλών, δηλώνουν κάτι. «Η ίδια γυναίκα βανδάλισε κι άλλες αρχαιότητες σε άλλα μουσεία της χώρας», σημείωνε περσινό τηλεοπτικό ρεπορτάζ της ΕΡΤ. Την ίδια εποχή, δημοσίευμα της «Εφημερίδας των Συντακτών» (Απόστολος Λυκεσάς) ανέφερε ότι η ίδια γυναίκα έδρασε και στο Μουσείο Πέλλας, μάλιστα την ίδια μέρα. Η διευθύντρια του Μουσείου Πέλλας, Μπετίνα Τσιγαρίδα, παραδέχτηκε ότι στην Πέλλα «ψέκασε» τσιμεντένια βάση του αγάλματος ιππέα στον αύλειο χώρο του μουσείου με μικρή ψεκαστική συσκευή που είχε στην τσάντα της.

Στη Βεργίνα ειδοποιήθηκε η αστυνομία, ασκήθηκε από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ημαθίας μήνυση κατ’ αγνώστου, έγιναν επιπλήξεις και συστάσεις στο φυλακτικό προσωπικό, ενώ η προϊσταμένη της και διευθύντρια του μουσείου, Αγγελική Κοτταρίδη, είχε δηλώσει πως «καμιά ζημιά σε αρχαίο αντικείμενο δεν έγινε» και ότι την ίδια μέρα οι βάσεις και οι πινακίδες καθαρίστηκαν από τους συντηρητές.

Είτε φύγουν είτε όχι οι λεκέδες λαδιού από το ΒΧΜ, τα περιστατικά αυξάνονται, ενώ η ηγεσία του ΥΠΠΟΑ καθησυχάζει παρότι τα κρούσματα έχουν κοινά χαρακτηριστικά. Τι άλλο πρέπει να γίνει για να λάβει τα μέτρα της;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ