ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα ρεκόρ στον τουρισμό δεν βοηθούν το λιανεμπόριο

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΑΝΙΦΑΒΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Τουρισμός

Περιορισμένη παραμένει η επίδραση του τουρισμού στο λιανεμπόριο, καθώς παρά τα αλλεπάλληλα ρεκόρ που καταρρίπτονται τα τελευταία χρόνια στη χώρα –συμπεριλαμβανομένου και του πρώτου εξαμήνου του 2018– σε ό,τι αφορά τις αφίξεις τουριστών και τις εισπράξεις, τα έσοδα που καρπώνονται οι εμπορικές επιχειρήσεις παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα.

Εξαίρεση φαίνεται να αποτελούν οι κλάδοι του λιανεμπορίου που συνδέονται με την ανάπτυξη της μόδας των βραχυχρόνιων μισθώσεων (τύπου Airbnb), όπως είναι για παράδειγμα τα σούπερ μάρκετ και τα καταστήματα πώλησης οικιακού εξοπλισμού.
Από την ανάλυση των στοιχείων της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής στην οποία έχει προβεί το ΙΝΕΜΥ ΕΣΕΕ (Ινστιτούτο Εμπορίου και Υπηρεσιών της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας) προκύπτει ότι ο δείκτης κύκλου εργασιών του τουρισμού μετά το 2013 καταγράφει, παρά τις διακυμάνσεις, θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης.

Την ίδια ώρα, ο δείκτης κύκλου εργασιών στο λιανεμπόριο παρουσιάζει αρνητικές ποσοστιαίες μεταβολές. Η απόκλιση μεταξύ των δύο δεικτών φαίνεται ακόμη πιο καθαρά στη σύγκριση των τεσσάρων τριμήνων του 2017 και του πρώτου τριμήνου του 2018, για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία. Ενδεικτικά, ενώ ο δείκτης κύκλου εργασιών στον τουρισμό αυξήθηκε το τρίτο τρίμηνο του 2017 κατά 14,7% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2016, η αντίστοιχη αύξηση στο λιανεμπόριο ήταν μόλις 0,55%.

Παρόμοιες αποκλίσεις παρατηρούνται και κατά το πρώτο τρίμηνο του 2018.

Το περιορισμένο τουριστικό εισόδημα, η κυριαρχία του μοντέλου all inclusive, καθώς και η αύξηση των διανυκτερεύσεων εις βάρος των δαπανών για αγορές από εμπορικά καταστήματα θεωρούνται από την ΕΣΕΕ οι βασικές αιτίες των δυσανάλογα χαμηλών εσόδων του λιανεμπορίου σε σύγκριση με τα έσοδα του τουριστικού κλάδου. Ειδικότερα, οι διανυκτερεύσεις αυξάνονται σταθερά από το 2012 και μετά, με τη μεγέθυνση μεταξύ 2016 και 2017 να είναι εντυπωσιακή. Το 2012 οι διανυκτερεύσεις μη κατοίκων ήταν 142.416,9, το 2016 είχαν φθάσει τις 193.418,8 και το 2017 εκτοξεύθηκαν σε 213.516,4. Από την άλλη, η δαπάνη ανά επισκέπτη μη κάτοικο της Ελλάδας υποχωρεί διαρκώς, στα 485,1 ευρώ το 2017 από 640,4 ευρώ το 2010.

Επιπλέον, η δαπάνη ανά διανυκτέρευση, αν και τα έτη 2012, 2013, 2014, 2015 βρισκόταν στα 70-75 ευρώ, το 2017 υποχώρησε στα επίπεδα του 2010 και διαμορφώθηκε σε 68,5 ευρώ. «Το γεγονός αυτό καταδεικνύει έναν μετασχηματισμό στη ζήτηση του τουριστικού προϊόντος, ο οποίος και σχετίζεται με τη μετάβαση προς το all inclusive παράδειγμα, το οποίο και συνδέεται με μείωση της δαπάνης ανά ταξιδιώτη», επισημαίνει το ΙΝΕΜΥ ΕΣΕΕ.

Η ΕΣΕΕ προχωρά στην εξέταση ειδικά της Κρήτης, περιοχής για την οποία υπάρχουν πλήρη διαθέσιμα στοιχεία. Οι περισσότερες εισπράξεις το 2017 (28,8% του συνόλου) προήλθαν από τους Γερμανούς και ακολουθούν με 16% οι Βρετανοί. Το 25,9% του συνόλου των επισκέψεων έγινε από Γερμανούς, ενώ την πρώτη θέση καταλαμβάνουν επίσης οι Γερμανοί και σε ό,τι αφορά τις διανυκτερεύσεις στην Κρήτη (26,8% του συνόλου). Διαφορετική, ωστόσο, είναι η εικόνα σε ό,τι αφορά την κατανομή της δαπάνης ανά επισκέπτη. Πιο πολλά δαπανούν οι Ελβετοί (843,1 ευρώ η μέση δαπάνη ανά ταξιδιώτη), ακολουθούν οι Ρώσοι (801,9 ευρώ) και στην τρίτη θέση βρίσκονται οι Βρετανοί (767,6 ευρώ).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ