Τα χέρια των χορευτών περιστρέφονται, ενώνονται και ανοιγοκλείνουν τον κύκλο. Είναι καλοκαίρι και στη σκοτεινή αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» του Μεγάρου Μουσικής στην Αθήνα, ο Βρετανός χορογράφος και χορευτής Ράσελ Μάλιφαντ τα καθοδηγεί υπό τους ήχους του Βαγγέλη Παπαθανασίου. Ελληνική όσο και διεθνής, η νέα παραγωγή «The Thread» θα παρουσιαστεί σε παγκόσμια πρεμιέρα τον Μάρτιο του 2019. Το έργο βασίζεται σε μια ελληνική ιδέα και στη σκηνή κάνουν σήμερα πρόβα 18 Έλληνες χορευτές.

Πνευματικά, το «Thread» ανήκει στη Γεωργία Ηλιοπούλου, ιδρύτρια του ιδιωτικού φορέα διοργάνωσης πολιτιστικών εκδηλώσεων Λάβρυς. «Κεντρική ιδέα είναι η Ελλάδα. Με ενδιαφέρει να βγει η ελληνικότητα, το ελληνικό πνεύμα, οι ελληνικές φιλοσοφικές αξίες. Οι ιδέες που βρίσκονται πίσω από τον μίτο της Αριάδνης, τον Μινώταυρο», εξηγεί η ίδια στο «Κ». «Αν υπάρχει ένα μήνυμα σ’ αυτή την παράσταση, είναι η ανάγκη της ανθρωπότητας να πορευθεί πάλι προς το φως».

Η ιδέα άρχισε να γίνεται πράξη τον Ιανουάριο του 2016, σε μια πρώτη κουβέντα που είχε η Ηλιοπούλου με τον Μάλιφαντ. Λίγο αργότερα, ο βραβευμένος χορογράφος άρχισε να μελετά διαφορετικά στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού, με έμφαση στους παραδοσιακούς χορούς. «Το έργο έχει να κάνει με την αρχαιότητα και το παρόν, με τον κλασικισμό. Αυτό που παίρνουμε από τα στοιχεία εκείνα που έχουν ήδη ερευνηθεί στο παρελθόν», λέει ο ίδιος στο «Κ», στο διάλειμμα της πρόβας. «Μου αρέσει να εξερευνώ πράγματα που δεν γνωρίζω. Το να εκπαιδεύομαι είναι μία από τις χαρές ενός πρότζεκτ».

Ο Μάλιφαντ σπούδασε κλασικό χορό πριν ασχοληθεί με τον σύγχρονο και τεχνικές όπως το contact improvisation. Έχει συνεργαστεί με θρύλους του χορού όπως η Σιλβί Γκιγιέμ, αλλά και με καλλιτέχνες που εκφράζονται μέσα από το ινδικό παραδοσιακό κατάκ ή το break dancing του δρόμου, μεταξύ άλλων. Το 1996, ο καλλιτέχνης ίδρυσε τη Russell Maliphant Company. Το στοίχημα, λέει, είναι «να βρίσκεις τον αισθητικό συνδετικό κρίκο πάνω στη σκηνή».

Στην περίπτωση του «Thread», ο συνδετικός κρίκος γίνεται αλυσίδα που ενώνει την ελληνική χορευτική παράδοση με τον καθαρό σύγχρονο χορό και τη νέα μουσική από τον Βαγγέλη Παπαθανασίου, όπου η ηλεκτρονική ταυτότητα του διεθνούς Έλληνα συνθέτη μιξάρεται με ήχους παραδοσιακών ελληνικών οργάνων, όπως λύρες και τύμπανα. «Για να δούμε αν υπάρχει μια γλώσσα κάπου στη μέση», σημειώνει ο Μάλιφαντ.

Γιατί επέλεξε η Ηλιοπούλου να συνεργαστεί με τον Βρετανό καλλιτέχνη; «Ο Ράσελ έχει το βάθος που χρειάζεται η ενασχόληση με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία», σχολιάζει η ίδια. «Έπρεπε η γλώσσα να είναι διεθνής και τις περισσότερες φορές στην Ελλάδα είμαστε πάρα πολύ εσωστρεφείς. Ήθελα να δείξω μια χώρα που είναι εξωστρεφής, έτοιμη για συνεργασίες».

Ο Μάικλ Χαλς, μόνιμος συνεργάτης του Μάλιφαντ, υπογράφει τον σχεδιασμό φωτισμού, ενώ η Ελληνίδα σχεδιάστρια μόδας με έδρα το Λονδίνο Μαίρη Κατράντζου έχει αναλάβει τα κοστούμια. Σύμφωνα με τον Μάλιφαντ, τα πρώτα δείγματα βασίζονται σε έντονα χρώματα και στις χαρακτηριστικές ψηφιακές στάμπες της νεαρής δημιουργού.

Οι πρόβες της νέας παραγωγής ολοκληρώνονται στις 20 Νοεμβρίου και οι πρώτες –με ειδικό κοινό–preview παραστάσεις θα δοθούν τον ίδιο μήνα στην Καλαμάτα. Θα ακολουθήσουν και άλλες ειδικές παραστάσεις, που θα δώσουν την ευκαιρία στον Μάλιφαντ να τεστάρει τη νέα παραγωγή κάνοντας και τις τελευταίες διορθώσεις.

Η παγκόσμια πρεμιέρα έχει οριστεί να γίνει στη σκηνή του Sadler’s Wells Theater στο Λονδίνο, στις 15 Μαρτίου του 2019. Ακολουθούν παραστάσεις στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς, ενώ συζητήσεις γίνονται και για το ενδεχόμενο η παράσταση να περιοδεύσει σε αρχαία θέατρα στην Ελλάδα, στη Σικελία και στην Τουρκία, μεταξύ άλλων.

«Το έργο πρέπει να είναι διεθνές, ένα μείγμα διαφορετικών δυναμικών που θα έχουν κάτι να πουν στον καθένα μας», σημειώνει ο Μάλιφαντ, ο οποίος επισκέπτεται συχνά την Ελλάδα μαζί με την Ελληνοαυστραλέζα σύζυγό του και χορεύτρια Ντάνα Φούρας και τα τρία τους παιδιά. «Το θέμα της παράστασης προέρχεται από τη σύνδεση του χορού που γεννιέται στις ρίζες της αρχαίας Ελλάδας. Κάποια από αυτά τα στοιχεία τα βλέπουμε πολύ καθαρά και κάποια άλλα τα απομακρύνουμε πολύ από τις ρίζες. Αυτή είναι η δική μας αφαίρεση, που εν τέλει γίνεται η γλώσσα μας».  ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ