Τασούλα Καραϊσκάκη ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Δεν θέλουν να αλλάξουν τακτική

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η όξυνση συνεχίζει να δίνει τις παραστάσεις της στην πολιτική σκηνή. Η επιθετική τακτική, αν και ροκανισμένη από την κριτική ετών, δεν καταρρέει. Υποχωρεί για λίγο και επανέρχεται, για να καλύψει –κατά περίπτωση, τον παχυδερμισμό, τον παλαιο-τακτικισμό, τον πανικό–, αλλά και να εισπράξει μελλοντικά οφέλη: π.χ. είναι ξεκάθαρη η κυβερνητική επιλογή για σύγκρουση εφ’ όλης της ύλης, ώστε να δημιουργηθεί η αναγκαία για τον ΣΥΡΙΖΑ πόλωση υπέρ του.

Ομως, αυτή η εμφυλιοπολεμική ρητορική δεν αποτελεί μονοπώλιο των κομμάτων, έχει πολλές θέσεις και στην κοινωνική σκακιέρα. Ζούμε ανάμεσα σε φανερούς και αφανείς φανατικούς, ίσως υποθάλπουμε έναν τέτοιο μέσα μας, συνεπικουρούμενοι από τη λογική του «ή εμείς ή αυτοί». Νοσηρή εμμονή σε στερεότυπα, βαθιά καχυποψία, άρνηση της άλλης άποψης. Φανατικός είναι κάποιος που η αντίρρηση τον φλογίζει, έλεγε ο Φρίντριχ Σίλερ. Είναι αυτός που δεν θέλει να αλλάξει γνώμη και δεν θέλει να αλλάξει θέμα, έλεγε ο Ουίνστον Τσώρτσιλ. Είναι εκείνος που πιστεύει ότι γνωρίζει όλες τις απαντήσεις.

Υπάρχει μια σύνδεση ανάμεσα στην πολιτική πόλωση και στα στρεβλά αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας, η οποία αρνείται να αλλάξει. Υπάρχει μια σύνδεση ανάμεσα στους διχαστικούς λόγους, στη λυσσαλέα αντίσταση στον διάλογο με τους «αντιπάλους» και στη γενική ανικανότητα ακρόασης των άλλων, στην απουσία εσωτερικής εντολής για δράσεις υπέρ του κοινού καλού, στην αποδοχή μορφών βίας – όμως η αρετή δεν επιβάλλεται διά πυρός (μολότοφ) και σιδήρου (βαριοπούλα), αλλιώς γεννά δημίους και θύματα... Υπάρχει μια σύνδεση ανάμεσα στην απουσία του πολιτικού και κοινωνικού «είναι», στις ναρκισσιστικές πρακτικές του «φαίνεσθαι» και στην κοινωνική αδιαφορία, στη γενικευμένη κόπωση. Ανάμεσα στον λόγο που συσκοτίζει αποφάσεις και λειτουργεί με ευκαιριακές συμμαχίες και στην ανευθυνότητα, στην παθολογία, στην έκπτωση, στις εκρήξεις μισαλλοδοξίας, στη βαρβαρότητα.

Οι οποίες, ωστόσο, υποχωρούν μόνο όταν περιοριστούν οι υψηλοί τόνοι και εκλείψουν οι προσωποποιημένες επιθέσεις και το κυνήγι των «μαγισσών». Κάτι το οποίο φυσικά χρειάζεται μια άλλη πολιτική φιλοσοφία, μακριά από τις λεκτικές συρράξεις και από το διαρκές κρυφτούλι πίσω από σκηνικά μετακύλισης ευθυνών και πέπλα καλλιεργημένων παρανοήσεων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ