ΒΙΒΛΙΟ

Παλιά λόγια με καινούργια φτερά

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΑΛΙΣ ΟΣΒΑΛΝΤ
Μνημείο πεσόντων
μτφρ.: Μυρσίνη Γκανά
εκδόσεις Μελάνι, 2018
σελ. 104

Μ​​ετά τον φόνο του Πατρόκλου ο Μενέλαος ζητάει τη βοήθεια του Τελαμώνιου Αίαντα για να γλιτώσει το κορμί του πολεμιστή από τον εξευτελισμό. Ο γιγάντιος Αίας προστατεύει αποτελεσματικά τον νεκρό με την ασπίδα, τον όγκο, τη ρώμη και την παλικαριά του:

«Στημένος σαν λιοντάρι/ που νοιάζεται για τα μικρά του, όταν στο δάσος μέσα/ τα βγάζει για σεργιάνι τα μωρά του, και ξαφνικά ορμούν/ οι κυνηγοί, οπότε αυτό, περήφανο και ξαναμμένο, το μέτωπό του/ ολόκληρο σουφρώνει προς τα κάτω, σκεπάζοντας τα μάτια» (μετάφραση Δ. Μαρωνίτη).

Ποιος όμως θυμάται τον Πολύδωρο; Αραγε ήταν Ελληνας ή Τρώας; Εχει σημασία; Ο Πολύδωρος είναι ένας νεκρός πολεμιστής, (ξε)χα (σ)μένος μέσα στις χιλιάδες των ιλιαδικών στίχων.

Η Αλις Οσβαλντ (γενν. 1966), για την οποία δίκαια, εάν κρίνουμε από το υπό συζήτηση βιβλίο, γράφτηκε ότι είναι ίσως η μεγαλύτερη εν ζωή ποιήτρια της Μεγάλης Βρετανίας, δανείζεται από την Ιλιάδα τις μινιμαλιστικές «βιογραφίες» των άσημων νεκρών και χτίζει με στίχους το μνημείο τους. «Ο ΠΟΛΥΔΩΡΟΣ είναι νεκρός που λάτρευε το τρέξιμο/ Τώρα κάποιος πρέπει να το πει στον πατέρα του/ Εκείνον τον εξαντλημένο άντρα που ακουμπάει σ’ έναν τοίχο/ Περιμένοντας τον αγαπημένο του γιο». Κατόπιν χρησιμοποιεί, ελεύθερα «μεταφρασμένη», την παραπάνω ιλιαδική παρομοίωση: «Οπως ένα λιοντάρι που οδηγεί τα μικρά του μέσα από το δάσος/ Και πέφτει σε μια ομάδα κυνηγών/ Και από το βλέμμα παίρνει δύναμη/ Σφίγγοντας όλο του το πρόσωπο σαν μια γροθιά/ Γύρω από τα πετράδια των ματιών του». Μια ελλειπτική «βιογραφία» κι ύστερα μια παρομοίωση, σε αντιφώνηση - παρομοίωση η οποία όμως επαναλαμβάνεται! Και με την επανάληψη το ποίημα γίνεται τραγούδι, γίνεται μοιρολόι. Η σύλληψη και η εκτέλεση είναι απλή και ιδιοφυής. Η πλοκή της Ιλιάδας μένει ολότελα απ’ έξω. Η ποιητική αφήγηση περιλαμβάνει αρχικά τους άσημους νεκρούς και τις δις επαναλαμβανόμενες παρομοιώσεις.

Ο ανώνυμος στρατιώτης αποκτά σάρκα και οστά τη στιγμή ακριβώς που χάνεται: «Οπως όταν ο θεός ρίχνει ένα αστέρι/ Και όλοι κοιτούν επάνω/ Να δουν αυτό το μαστίγιο από σπίθες/ Κι έπειτα πάει».

Η στιγμή του χαμού αναφλέγεται φωτίζοντας τη ζωή του νεκρού, τα λίγα εκείνα που χρειάζονται για να γίνει πρόσωπο. Κι ακολουθεί η παρομοίωση-θρήνος.

Η Οσβαλντ, που μετά τις αρχαιοελληνικές οξφορδιανές σπουδές της εργάστηκε ως κηπουρός και είναι μητέρα τριών παιδιών, σάρωσε τα μεγάλα βρετανικά βραβεία ποίησης. Ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την προφορικότητα, τη φωνή. Απήγγειλε απέξω το «Μνημείο μεσόντων». Για τις ανάγκες άλλων ποιημάτων της ηχογραφεί τις ζωντανές κουβέντες των ανθρώπων. Εδώ, η μεταφράστρια Μυρσίνη Γκανά διαμεσολαβεί αποτελεσματικά την εμπνευσμένη εργασία της. Είναι ό,τι καλύτερο διάβασα εδώ και καιρό, ερχόμενο, μάλιστα, ενθαρρυντικά να συναντηθεί με τις αναζητήσεις της καινούργιας ελληνικής ποίησης στα θέματα της προφορικότητας, του πειραματισμού, της φωνητικής εκφοράς, με τον πήχυ, οπωσδήποτε, ψηλά σηκωμένο (από την Οσβαλντ).

Κατά ενδιαφέροντα τρόπο –για να γυρίσουμε στο ποίημα– ο Πάτροκλος συμπεριλαμβάνεται στο «Μνημείο» κι ας μην είναι ανώνυμος, ενώ το έργο κλείνει με έναν σταρ, τον Εκτορα (υπάρχει γυναίκα που να μπορεί να αντισταθεί, όχι στον Πάρι, αλλά στον Εκτορα;). Με αυτόν τελειώνουν οι «βιογραφίες». Και το ποίημα σβήνει με δώδεκα μη επαναλαμβανόμενες πλέον παρομοιώσεις, που αντηχούν ελεγειακά η μία μετά την άλλη.

Εχω να διαβάσω τόσο εξαίσια ποίηση, για τη ζωή που χάνεται, από τη στεφάνη σονέτων «Κοιλάδα με πεταλούδες» της μεγάλης Δανής ποιήτριας Ινγκερ Κρίστενσεν (1935-2009).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ