ΒΙΒΛΙΟ

Ενας έρωτας, 17 χρόνια στον... αέρα

ΜΑΡΩ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ

Νέλσον Ολγκριν και Σιμόν ντε Μποβουάρ. Το «Αγαπημένο ντόπιο παλικάρι» και η «Βατραχίνα» είχαν έντονη ερωτική σχέση για χρόνια.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

DOUGLAS COWIE
Mεσημέρι στο Παρίσι,
πρωί στο Σικάγο
μτφρ.: Θωμάς Σκάσσης
εκδ. Κριτική, σελ. 408

«Δεν θα μπορούσα να ζω μόνον για την ευτυχία και τον έρωτα, δεν θα μπορούσα να παρατήσω το γράψιμο... στο μόνον μέρος όπου τα γραπτά μου και το έργο μου έχουν μια σημασία», έγραφε η Σιμόν ντε Μποβουάρ στον Νέλσον Ολγκριν υπερασπιζόμενη την επιλογή της να ζει στο Παρίσι. Κι εκείνος της απαντούσε: «Η δουλειά μου είναι να γράφω για το Σικάγο, και μόνον εκεί μπορώ να το κάνω».

Είναι σκληροί οι συγγραφείς όταν μαλώνουν μεταξύ τους. Ξέρουν να ακονίζουν τα λόγια τους προκειμένου να βρουν τον στόχο, ακόμη κι αν είναι ερωτευμένοι. Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από την αλληλογραφία που είχε η Γαλλίδα συγγραφέας και φιλόσοφος Σιμόν ντε Μποβουάρ με τον Αμερικανό συγγραφέα Νέλσον Ολγκριν στα χρόνια που έζησαν μια παθιασμένη ερωτική σχέση (1947-1964). Το βιβλίο που πρωτοκυκλοφόρησε στις ΗΠΑ πριν από είκοσι χρόνια είχε τίτλο «Ενας υπερατλαντικός έρωτας». Αργότερα μεταφράστηκε στα ελληνικά, εκδόθηκε με τον ίδιο τίτλο (εκδ. Λιβάνη) και σήμερα είναι εξαντλημένο στην αγορά. Ωστόσο οι ιστορίες τέτοιων ερώτων έχουν μακρά λογοτεχνική ζωή, ακόμη κι αν στην πραγματικότητα διήρκεσαν λίγο. Ο λόγος δεν είναι μόνον η προσωπικότητα των πρωταγωνιστών –στην περίπτωσή μας δύο σημαντικοί άνθρωποι των γραμμάτων–, αλλά ταυτόχρονα η εποχή, το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και η δεκαετία του 1950. Ειδικά γι’ αυτούς τους δύο εραστές πρέπει να προσθέσουμε στη γοητεία της σχέσης τους το γεγονός πως ο καθένας τους εκπροσωπούσε έναν διαφορετικό κόσμο. Η προσπάθεια να ζήσουν μαζί υπήρξε ταυτόχρονα μια απόπειρα να συναντηθεί η γαλλική με τη βορειοαμερικανική κουλτούρα, και μια Ευρωπαία διανοούμενη φεμινίστρια με έναν τυπικό αρσενικό εκπρόσωπο της μπίτνικ γενιάς. Μολονότι αυτή η προσπάθεια δεν ευοδώθηκε, ακόμη κι αν στο τέλος ο Ολγκριν μίλησε για την Μποβουάρ με τα χειρότερα λόγια, οι δυο τους παραμένουν οι ήρωες μιας συναρπαστικής ιστορίας.

Αυτή την ιστορία διηγείται ο Αμερικανός συγγραφές Ντάγκλας Κάουι στο βιβλίο του «Μεσημέρι στο Παρίσι, πρωί στο Σικάγο», που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Εχοντας ασχοληθεί με το έργο του Ολγκριν σε βάθος, προφανώς γνώριζε καλά την προσωπικότητα του συγγραφέα, όπως και τη σημασία που είχε η μοιραία συνάντηση με την Μποβουάρ για τη ζωή του. Χάρη στο πλούσιο ιστορικό υλικό του, ο Κάουι έγραψε με αφοπλιστική απλότητα το χρονικό αυτής της έντονης σεξουαλικής και πνευματικής σχέσης ανάμεσα στη «βατραχίνα» –ο Ολγκριν αποκαλούσε χαϊδευτικά την Μποβουάρ με το κοροϊδευτικό υποκοριστικό των Γάλλων– και το «αγαπημένο, ντόπιο παλικάρι» της – έτσι τον αποκαλούσε εκείνη πειρακτικά. «Αυτός πρέπει να είναι, με τα καστανόξανθα μαλλιά και το γκρι μάλλινο παλτό – αυτός πρέπει να είναι ο κύριος Ολγκριν», σκέφτηκε η Μποβουάρ την πρώτη στιγμή που τον είδε. «Της χαμογέλασε κι εκείνη πρόσεξε για πρώτη φορά τα στραβά του δόντια. Παραδόξως δεν ήταν άσχημα. «Θα σε πάω σε ένα μπαρ που δεν έχει τραπεζομάντιλα», της είπε. «Δώσε στο γκαρσόνι τον αριθμό του δωματίου σου και φύγαμε». Η πρώτη τους συνάντηση κατέληξε στο σπίτι του Ολγκριν έπειτα από μια περιπλάνηση στη «σκοτεινή» πλευρά του Σικάγου με τζαζ μουσική και πολύ αλκοόλ. Αυτό το πάθος διήρκεσε σχεδόν δύο δεκαετίες με χωρισμούς και επανασυνδέσεις, με ταξίδια, διασκεδάσεις και πυκνή αλληλογραφία. Ηταν τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, που δεν θα μπορούσαν παρά να υπάρξουν μοναδικοί ο ένας για τη ζωή του άλλου. Παρ’ όλα αυτά το δικό του Σικάγο, με τα υπόγεια μπαρ, τα καμπαρέ και τα σκοτεινά βιβλιοπωλεία, δεν έπαψε ποτέ να ελκύει την Μποβουάρ. Σε αντίθεση με το δικό της Παρίσι του Καφέ ντε Φλορ, του Ζαν Πολ Σαρτρ και της παρέας του που ποτέ δεν «χώνεψε» ο Ολγκριν. Αλλωστε ο ιδιαίτερος δεσμός της με τον υπαρξιστή φιλόσοφο ήταν το εμπόδιο που δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν. Η δική τους σχέση ουσιαστικά έζησε και πέθανε μέσα σε ένα αεροπλάνο.

Oι χωρισμοί

Ο Ολγκριν επιθυμούσε μια κανονική ζωή, της ζήτησε να εγκατασταθεί στο Σικάγο και εκείνη αρνήθηκε. Καθώς το βιβλίο προχωρά, αυτές οι υπερατλαντικές πτήσεις, σπάνιες και επικίνδυνες για την εποχή, γίνονται όλο και περισσότερο επώδυνες και για τους δυο τους. Τελικά ήταν ο Ολγκριν εκείνος που διέκοψε τη σχέση τους, πρώτα το 1950 και οριστικά το 1964.

Επιστρέφοντας αεροπορικώς στο Παρίσι για μια ακόμη φορά, έχοντας αντιμετωπίσει έναν απόμακρο Ολγκριν, η Μποβουάρ του έγραψε: «Είμαι καλύτερη μέσα στη θλίψη παρά στην οργή, και τα μάτια μου έμειναν στεγνά μέχρι τώρα, στεγνά σαν καπνιστό ψάρι, ενώ η καρδιά μου μοιάζει μαλακή σαν κρέμα καραμελέ ... Τελικά τα λόγια μοιάζουν ανόητα. Μου φαίνεται πως είσαι τόσο κοντά, τόσο κοντά. Ασε με και πάλι να σε πλησιάσω».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ