ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Είμαστε και σε περίοδο κρίσης, τι περιμένετε να κάνουμε;». Η φράση ακούστηκε πολλές φορές στον χώρο του πολιτισμού τα τελευταία χρόνια. Το δυσμενές οικονομικό περιβάλλον, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές, οι «τρύπες» στους προϋπολογισμούς, τα ΕΣΠΑ και η απορρόφησή τους, το fundraising και το crowd funding μπήκαν στο καθημερινό λεξιλόγιο των πολιτιστικών φορέων δίπλα στο καλλιτεχνικό τους έργο.

Από το 2010 και έπειτα, η ίδια η κρίση ήταν παράλληλα αιτία και βολικό άλλοθι για να καθυστερήσουν αποφάσεις, να χαθούν έργα και ευρωπαϊκά κονδύλια, να μαραζώσουν μουσεία και αρχαιολογικοί χώροι. Την ίδια ώρα, αναδείχθηκαν ευκαιρίες, το «άνοιγμα στην πόλη» και η «εξωστρέφεια» έγιναν η νέα τάση, οι συνεργασίες και οι συνέργειες απέκτησαν «σάρκα και οστά» και δεν ήταν πια ευχολόγια.

Πού βρίσκει, λοιπόν, τον πολιτισμό η έξοδος της Ελλάδας από τα μνημόνια; «Μέσα σε αυτά τα χρόνια υπάρχει μια μεγάλη αλλαγή στον ρόλο του κράτους. Το προηγούμενο διάστημα χαρακτηρίστηκε από τον πολύ κρατισμό που όμως έχει υποχωρήσει αρκετά. Στον σύγχρονο πολιτισμό ήρθε στο προσκήνιο ο δημιουργός, ενώ στην πολιτιστική κληρονομιά αναδείχθηκε το ίδιο το μνημείο», μας λέει ο πρώην υπουργός και πρόεδρος της κίνησης πολιτών «Διάζωμα» Σταύρος Μπένος, μετατρέποντας τα «κρατικά πολιτιστικά αγαθά» σε «δημόσια». «Τα προγράμματα ΕΣΠΑ ωθούν προς αυτή τη προσέγγιση και καθιστούν τις συνέργειες μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα απαραίτητες», τονίζει.

Τα αρχαία στο προσκήνιο

Η πολιτιστική κληρονομιά ήρθε πολλές φορές στο προσκήνιο στα χρόνια της κρίσης. Είτε με τη μορφή της πολιτικής εκμετάλλευσης, όπως στην ανασκαφή της Αμφίπολης το 2014 ή με τη διεκδίκηση των μαρμάρων του Παρθενώνα μέσω Αμάλ Αλαμουντίν, είτε δείχνοντας τις απεριόριστες δυνατότητές της, όπως με την αξιοποίηση της Αρχαίας Μεσσήνης και τη σύνδεσή της με τον τουρισμό μέσω του Costa Navarino. Η διεύρυνση του ωραρίου που εφαρμόστηκε σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, η αύξηση του εισιτηρίου σε συνδυασμό με την αθρόα προσέλευση τουριστών δημιούργησαν έσοδα και αύξηση της επισκεψιμότητας. Λίγο πριν από την «έξοδο» καταγράφονται επίσης η εφαρμογή του ηλεκτρονικού εισιτηρίου και η προσπάθεια εξυγίανσης στο Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων, δύο ζητήματα που θυμίζουν τις χαμένες ευκαιρίες του παρελθόντος.

Και αν η πολιτιστική κληρονομιά έδειξε τις αντοχές της, δεν συνέβη το ίδιο με τον σύγχρονο πολιτισμό. Το Εθνικό Θέατρο είδε τον προϋπολογισμό του να κατρακυλάει και αντιμετώπισε και εκείνο αρκετά εσωτερικά προβλήματα, τόσο οικονομικά όσο και διοικητικά με κόντρες και διενέξεις σε ανώτατο επίπεδο. «Τα τελευταία χρόνια βρήκαν το Εθνικό Θέατρο με τη χαμηλότερη επιχορήγηση που είχε ποτέ. Ωστόσο, μειώθηκε μόνο η επιχορήγηση, δεν άλλαξαν ούτε οι υποχρεώσεις ούτε οι απαιτήσεις. Κάναμε την ένδεια πολυτέλεια, μειώθηκαν μισθοί, κάπου γίναμε πιο ευρηματικοί. Ελπίζω και θέλω να πιστεύω ότι μέσα στο επόμενο διάστημα αυτό θα αλλάξει», λέει στην «Κ» ο καλλιτεχνικός διευθυντής Στάθης Λιβαθινός.

Στο ελεύθερο θέατρο η διακοπή των θεατρικών επιχορηγήσεων το 2012 δημιούργησε μια περίεργη κατάσταση. Η καλλιτεχνική δημιουργία δεν σταμάτησε, αλλά η μεγάλη διάθεση ανθρώπινου δυναμικού και το εργασιακό χάος γέννησαν υπερπληθώρα παραστάσεων εις βάρος της ποιότητας. «Από τη μια πλευρά, γίναμε πιο εγκρατείς στις παραγωγές, πιο εφευρετικοί και ποιοτικοί. Από την άλλη, η αγορά εργασίας, σε πολλές περιπτώσεις, απορρυθμίστηκε. Καλλιτεχνικά ο μεταμοντερνισμός και η αποδόμηση φορέθηκαν από πολλούς για να μειώσουν τα κόστη αλλά το κοινό εξοικειώθηκε με ένα μοντέλο που δεν είναι θέατρο για μένα αλλά μια άσκηση. Οι σημερινές επιχορηγήσεις είναι ένα φιλοδώρημα, ένα κακέκτυπο της παλιάς διαδικασίας που και εκείνη είχε προβλήματα», μας λέει ο ιδρυτής του Θεάτρου Πορεία και σκηνοθέτης Δημήτρης Τάρλοου.

Το «φιάσκο» του Φαμπρ

Τη δική του κρίση πέρασε και το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, αρχικά με την απομάκρυνση του Γιώργου Λούκου και ακολούθως με το «φιάσκο» του Γιαν Φαμπρ που εξέθεσε τη χώρα και τους καλλιτέχνες εξαιτίας των σπασμωδικών κινήσεων του υπουργείου Πολιτισμού. Με διάφορα εργασιακά και άλλα ζητήματα ανοιχτά το Φεστιβάλ βρήκε σήμερα έναν βηματισμό που υπαγορεύεται από ένα σφιχτό προϋπολογισμό.

Ηταν αναμενόμενο, ζητήματα που «σέρνονταν» πριν από την κρίση να ενταθούν κατά τη διάρκειά της. Ενα από αυτά ήταν η διαχείριση του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Τα προηγούμενα χρόνια γράφτηκαν σελίδες για την επόμενη μέρα του Μεγάρου, για τη χρήση του και τα χρέη, για την προσφορά του και τη βιωσιμότητά του. Τελικώς, παρακολουθήσαμε τη σταδιακή απαξίωσή του και το πέρασμά του σε κρατικά χέρια, χωρίς ωστόσο να έχουν λυθεί τα οικονομικά του προβλήματα.

Το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ) μπήκε και «βγήκε» από την κρίση ερμητικά κλειστό με περισσότερες εκθέσεις στο εξωτερικό παρά στην Αθήνα, ενώ η ανακαίνιση της Εθνικής Πινακοθήκης είναι από τα έργα που κινδύνευσαν να μείνουν στη μέση και με πολλές δυσκολίες συνεχίζονται. Στα «ερείπια» της κρίσης προσμετρώνται οι καμένοι κινηματογράφοι «Αττικόν» και «Απόλλων», όπως και το «Ακροπόλ Παλλάς» που αλλάζει ημερομηνία εγκαινίων από το 2015.

Το «κενό» που δημιουργήθηκε στους θεσμούς και στη διαδικασία της καλλιτεχνικής δημιουργίας εκμεταλλεύτηκαν τα ιδιωτικά ιδρύματα της χώρας που από υποστηρικτές έγιναν παραγωγοί πολιτιστικών προϊόντων. Η δραστηριότητα της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση εξαπλώθηκε σε πολλά επίπεδα, με κύριο στοιχείο τη σύγχρονη θεατρική παραγωγή και τη μετάκληση ξένων καλλιτεχνών, αντικαθιστώντας παραδοσιακούς παίκτες που πλέον δεν μπορούν να ακολουθήσουν. Το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος δημιούργησε το Κέντρο Πολιτισμού, στεγάζοντας την Εθνική Λυρική Σκηνή και την Εθνική Βιβλιοθήκη. Πρόκειται για το μεγαλύτερο έργο της περιόδου στον δημόσιο χώρο που δημιούργησε ένα ιδιότυπο «τρίγωνο» με τρεις φορείς που καλούνται να συνυπάρξουν σε έναν σφιχτό εναγκαλισμό διατηρώντας ο καθένας την ταυτότητά του.

Στον χώρο των οπτικοακουστικών, το ελληνικό σινεμά σημαδεύτηκε από τις ταινίες του Γιώργου Λάνθιμου και την ανάδυση του λεγόμενου «weird wave», την ώρα που οι παραγωγές στέγνωσαν οικονομικά και τα εισιτήρια στις αίθουσες κατρακύλησαν. Πρόσφατα άρχισαν να δείχνουν θετικά δείγματα γραφής τα κατά τόπους «Film Offices», με πρώτο αυτό της Στερεάς Ελλάδας, ενώ αρκετοί άνθρωποι του σινεμά ποντάρουν στη νέα πλατφόρμα προσέλκυσης διεθνών παραγωγών του ΕΚΟΜΕ. Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης προσαρμόστηκε στη νέα κατάσταση και άντεξε τους κραδασμούς με τις ανάλογες περικοπές. «Δεν ξοδεύουμε παραπάνω απ’ όσα έχουμε και προσπαθούμε να κάνουμε το καλύτερο δυνατό με τη βοήθεια της επιχορήγησης του ΥΠΠΟ, ευρωπαϊκών προγραμμάτων και ιδιώτες χορηγούς», μας λέει ο καλλιτεχνικός διευθυντής Ορέστης Ανδρεαδάκης. Αντιθέτως, η ελληνική τηλεόραση ήταν από τα πρώτα θύματα της κρίσης που έγινε φανερή από το 2012 και μετά: η διαφήμιση συρρικνώθηκε, εταιρείες παραγωγής πτώχευσαν, σίριαλ κόπηκαν, ιδιωτικά κανάλια, όπως το MEGA, έκλεισαν, ενώ η περίοδος στιγματίστηκε από το «μαύρο» στην ΕΡΤ.

Η μουσική

Στη μουσική η κρίση στις δισκογραφικές που ξεκίνησε παλιότερα βάθαινε περισσότερο, οι μεγάλες πίστες έδωσαν τη θέση τους σε μικρές σκηνές, το YouTube και τα σόου ταλέντων ανέδειξαν νέους καλλιτέχνες και τα έσοδα έβγαιναν πια από τις συναυλίες και τις ζωντανές εμφανίσεις. Ο νόμος περί πνευματικών δικαιωμάτων που ψηφίστηκε πρόσφατα προσπάθησε να λύσει τον γόρδιο δεσμό της ΑΕΠΙ, αλλά το πρόβλημα άλλαξε μορφή: η ΑΕΠΙ οδηγήθηκε σε πτώχευση και οι δημιουργοί χωρίστηκαν ανάμεσα στην ιδιωτική «Αυτοδιαχείριση» και στην κρατική Ειδική Υπηρεσία Εκτακτης Διαχείρισης Δικαιωμάτων. Οι προϋπολογισμοί των κρατικών ορχηστρών ψαλιδίστηκαν, άλλες έκλεισαν, ενώ σχήματα με διεθνή παρουσία, όπως η Καμεράτα, αντιμετωπίζουν προβλήματα.

Ο χώρος του βιβλίου και των εκδόσεων πέρασε τη δική του μεγάλη κρίση με το κλείσιμο μεγάλων βιβλιοπωλείων, την κατάργηση της ενιαίας τιμής βιβλίου και τη συμπίεση των δικαιωμάτων των συγγραφέων και των αμοιβών σε όλη την αλυσίδα παραγωγής. Ωστόσο, ξεπήδησαν νέοι, μικροί, εκδοτικοί οίκοι με χαμηλό μπάτζετ και εκδότες - επιμελητές που παράγουν προσεγμένες εκδόσεις.

Από το 2010 και μετά το υπουργείο Πολιτισμού συνυπάρχει με τον τουρισμό, την Παιδεία, τον αθλητισμό, ενώ από την ηγεσία του πέρασαν ουκ ολίγοι υπουργοί. Θα ήταν λάθος να προσπαθούσαμε να συμπυκνώσουμε τα τελευταία 8 χρόνια σε οχτώ σειρές. Η γενική αίσθηση είναι ότι το ΥΠΠΟ ακολούθησε μια πορεία παρόμοια με αυτή της τέχνης, όπως την είδαμε πιο πάνω, άλλοτε σε τροχιά δημιουργίας και άλλοτε καθίζησης. Αυτό πάντως που δεν κατάφερε να καλλιεργήσει είναι μια νοοτροπία ευελιξίας στον τρόπο λειτουργίας του και αν κρίνουμε από τις κατά καιρούς ηχηρές παρεμβάσεις των συνδικαλιστών, στην Ακρόπολη ή στο Βυζαντινό Μουσείο, το «τροπάρι» δεν έχει αλλάξει: η ευθύνη ανήκει πάντα σε κάποιον άλλο.

«Η αποτίμηση θα γίνει τουλάχιστον έπειτα από μία ή δύο γενιές»

Η κρίση, ωστόσο, δεν είναι μόνο αριθμοί, όπως συχνά ακούγαμε αυτά τα χρόνια, αλλά και άνθρωποι. Ο καθένας βέβαια ερμήνευε κατά το δοκούν την παραπάνω φράση που είναι κομμάτι της πραγματικότητας. Ο διευθυντής του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης, αρχαιολόγος και καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης Νίκος Σταμπολίδης δίνει μια άλλη, βαθύτερη διάσταση της κρίσης, πολιτισμική και ανθρωπολογική. «Το οικονομικό κομμάτι του πολιτισμού δέχθηκε πιέσεις ως αντανάκλαση της λιτότητας που έφερε η κρίση από το 2010 και έπειτα. Υπάρχει, όμως, και ένα άυλο κομμάτι του πολιτισμού που δεν φαίνεται αλλά είναι το πιο ουσιαστικό. Πρόκειται για τις ανθρώπινες σχέσεις. Αν “έπαθε” κάτι ο πολιτισμός μας αυτά τα χρόνια, το έπαθε στο κομμάτι των ανθρωπίνων σχέσεων», μας λέει. Η οικονομική στενότητα μπορεί να έκανε ορισμένους πιο παραγωγικούς και άλλους να τους διέλυσε, αλλά η δημιουργία τέχνης δεν σταμάτησε. Η παραγωγή σε όλους τους τομείς όπως είδαμε αυξήθηκε. Η αλλαγή, ωστόσο, στις ανθρώπινες σχέσεις είναι κάτι που ήρθε σταδιακά και πολλές φορές έχει μετατρέψει την ανθρώπινη επαφή σε ένα είδος συναλλαγής.

«Μοιάζει με την υγρασία, σε εμποτίζει. Η κρίση έβγαλε στην επιφάνεια ένστικτα που δεν τα διακρίναμε πιο πριν. Το βλέπεις στην ατμόσφαιρα. Υπάρχει μια “χύμα” κατάσταση και οι εκφάνσεις της τέχνης μπορεί να είναι πολλές αλλά δεν ξέρουμε τι θα απομείνει από τη σύγχρονη παραγωγή που πια έχει διαφορετικά κριτήρια. Η τέχνη μερικές φορές δεν σε αφήνει να παραδώσεις την ψυχή σου στην αισθητική εποπτεία αλλά σε εμπλέκει στην ασχήμια, στο μη σχήμα, που είναι παράγωγο της κρίσης. Βεβαίως, μπορεί να αντικατοπτρίζει την εποχή αλλά δεν ξέρουμε πού θα κατασταλάξει το πλήθος της σύγχρονης έκφρασης», μας λέει.

Η αποτίμηση αυτής της περιόδου και των βλαπτικών μεταβολών στον καθημερινό μας πολιτισμό θα γίνει, εκτιμά ο καθηγητής, τουλάχιστον έπειτα από μία ή δύο γενιές.

Και εκεί, ωστόσο, υπάρχει ένα ζήτημα. «Το θέμα είναι η γενιά που θα αποτιμήσει την εποχή μας θα το κάνει με άλλα κριτήρια και είναι ζητούμενο εάν θα το κάνει σωστά. Ο καθένας θα δει τα πράγματα ανάλογα με τη ματιά του. Πιστεύω, ωστόσο, στις παραγωγικές δυνάμεις του πολιτισμού που μέσα στη λαίλαπα της κρίσης στάθηκαν όρθιες. Σε αυτό το διάστημα έγιναν εκθέσεις, ιδρύθηκαν μουσεία, δημιουργήθηκαν εκδηλώσεις. Ευτυχώς, πάντα θα υπάρχουν αυτές οι δυνάμεις», καταλήγει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ