ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Μετά την Κατοχή, ως νέοι αναζητούσαμε εργασιακή απασχόληση. Ημασταν πέντε αδέρφια, ο πατέρας μας επιπλοποιός, βγάζαμε ίσα ίσα τα προς το ζην. Ο μεγάλος αδελφός μου ο Γιάννης έπιασε δουλειά στο λογιστήριο μιας εταιρείας πλαστικών, ως απόφοιτος Ανωτάτης Εμπορικής, και είδε την ανάπτυξη που είχε ο κλάδος. Τα πλαστικά αντικείμενα καθημερινής χρήσης ήταν τότε πρωτόγνωρα για εμάς. Τότε “έπεσε” η ιδέα να ξεκινήσουμε μια βιοτεχνία πλαστικών παιχνιδιών».

Κάπως έτσι ξεκίνησε η ιστορία της Joy-Toy, μιας από τις πιο επιτυχημένες εταιρείες παραγωγής παιχνιδιών, που μπήκε σε κάθε ελληνικό σπίτι μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ’90 με τα διάσημα αυτοκινητάκια της. Από το μπαλκόνι του σπιτιού του στην Πεύκη, ο 88χρονος σήμερα Λευτέρης Βιδάλης (πλέον ο μόνος εν ζωή από τα τρία αδέλφια που δημιούργησαν την εταιρεία) διηγείται με αξιοθαύμαστη λεπτομέρεια πώς τρεις άνθρωποι ξεκίνησαν με μια ιδέα από ένα υπόγειο στην Κυψέλη, έφθασαν να δημιουργήσουν εργοστάσιο και πώς αργότερα ακολούθησαν την πτωτική πορεία της υπόλοιπης ελληνικής παιχνιδοβιομηχανίας.

«Τα αδέλφια μου, ο Γιάννης και ο Βαγγέλης, παρήγγειλαν με γραμμάτια μία χειροκίνητη μηχανή, μία πρέσα πολύ μικρής ικανότητας. Εκαναν ένα μοντέλο σε ξύλο ή πλαστελίνη, το έδιναν σε ένα χυτήριο που το “έχυνε” σε χαλκό. Ξεκίνησαν με ένα γουρουνάκι-κουμπαρά, μπιμπελό, μια μικρή τραπεζαρία και ένα μικρό κουκλάκι στα μέσα της δεκαετίας του ’50. Και οι τρεις μαζί πλέον, τα πουλούσαμε σε αποθήκες ψιλικών στην Αθήνα. Τότε, λοιπόν, ήταν στη μόδα να φτιάχνουν γλειφιτζούρια με ένα μπαστουνάκι. Είχε την ιδέα ο αδελφός μου, ο Γιάννης, να προσθέσουμε στο μπαστουνάκι ένα κουκλάκι. Η ιδέα πέτυχε, πιάσαμε κάποια λεφτά, πήραμε μια νέα μηχανή, ημιαυτόματη».

Η εταιρεία ονομάστηκε «Αφοί Α. Βιδάλη». Η πρώτη μεγάλη παραγγελία ήρθε... μέσω απορρυπαντικού. «Ηρθε το Tide στην Ελλάδα και γύρευαν να βάλουν μέσα πλαστικά ζωάκια ως δώρο. Πήραμε τη δουλειά, ήταν η πρώτη μεγάλη μας παραγγελία. Πήραμε καινούργιες πρέσες αυτόματες, όλα στο υπόγειο του σπιτιού μας στην Κυψέλη. Δούλευαν σε εμάς πολλοί νέοι της γειτονιάς».

Το πρώτο κουρσάκι

Η κίνηση, όμως, που καθιέρωσε την εταιρεία στις καρδιές των παιδιών της εποχής ήταν η δημιουργία των περίφημων αυτοκινήτων. «Κάναμε το πρώτο μας κουρσάκι (PORSCHE No 1). Τραβιόντουσαν τα αυτοκινητάκια, είχαν πέραση. Σε λίγο φτιάχναμε μόνο αυτοκινητάκια. Ο χώρος πια δεν έφθανε, πήραμε ένα οικόπεδο στη Λυκόβρυση και χτίσαμε εργοστάσιο. Από τις αποθήκες περάσαμε στους πλασιέ, μετά μας έμαθαν τα μαγαζιά και μας έκαναν παραγγελίες απευθείας. Ξεκινήσαμε τις συσκευασίες. Κάθε αυτοκινητάκι είχε το δικό του νούμερο. Θέλαμε όμως και μία φίρμα και έτσι προέκυψε το λογότυπο και το όνομα Joy-Toy». Οι σειρές των αυτοκινήτων γρήγορα εμπλουτίστηκαν. Αγωνιστικά, επιβατικά, φορτηγά, μπετονιέρες, λεωφορεία. Ακολούθησαν τα μικρά αξεσουάρ, όπως τα φανάρια (που άλλαζαν χρώμα χάρη σε έναν απλό μηχανισμό), το βενζινάδικο, οι πινακίδες σήμανσης. Ισως το διασημότερο από όλα ήταν ένα πούλμαν Mercedes. «Πήγε ο αδελφός μου, ο Βαγγέλης, στην εταιρεία και ζήτησε άδεια. Του την έδωσαν, χωρίς λεφτά. Παιδευτήκαμε πολύ με το σχέδιο, πέντε χρόνια χρειάστηκε ο Βαγγέλης, εξαίρετος τεχνίτης, για τα καλούπια. Μερικά χρόνια μετά, στην έκθεση παιχνιδιού στη Νυρεμβέργη έρχεται ένας Γερμανός, το κοιτά και μας κάνει παραγγελία 100.000 κομμάτια. Ηταν μεγάλη επιτυχία». Μέρος της επιτυχίας της ελληνικής παιχνιδοβιομηχανίας, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70, οφειλόταν στις πολύ υψηλότερες τιμές που είχαν τα εισαγόμενα (κυρίως από Γερμανία και Αμερική) παιχνίδια. «Στα τέλη του ’80 άρχισε η ύφεση. Πήγαιναν οι έμποροι στην Κίνα και γύριζαν με ολόκληρα κοντέινερ, πλημμύρισε η αγορά με πάμφθηνα παιχνίδια».

Η Joy-Toy έκλεισε στα μέσα της δεκαετίας του ’90, το 2003 πουλήθηκε η εταιρεία μαζί με το κτίριό της. «Κάθε τόσο μας βρίσκει κάποιος συλλέκτης και ζητεί αυτοκινητάκια από αυτά που φτιάχναμε. Ακούω και από τα παιδιά μου ότι υπάρχει κόσμος που ακόμα τα θαυμάζει, τα αναζητεί!».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ