ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Διαμάχη ξενοδόχων και εμπόρων λόγω all inclusive

Δύο πρόσφατες μελέτες –η μία του ίδιου του ΙΝΕΜΥ-ΕΣΕΕ– δείχνουν ότι οι ταξιδιώτες των all inclusive ξενοδοχείων δαπανούν στο λιανεμπόριο παρόμοια ή και υψηλότερα ποσά από αυτά που δαπανούν οι άλλοι πελάτες.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Τουρισμός

Σε σημείο προς σημείο αντίκρουση πολλών εκ των μάλλον αρνητικών για τον τουρισμό ισχυρισμών της μελέτης του ΙΝΕΜΥ ΕΣΕΕ (Ινστιτούτο Εμπορίου και Υπηρεσιών της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας) περί περιορισμένης επίδρασης του τουρισμού στο λιανεμπόριο προέβη το Ινστιτούτο του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ).

«Ο ισχυρισμός ότι το υπόδειγμα all inclusive θολώνει τη θετική πορεία και τα γενικότερα οφέλη της τουριστικής δραστηριότητας δεν ευσταθεί καθώς δύο πρόσφατες μελέτες –η μία του ίδιου του ΙΝΕΜΥ-ΕΣΕΕ– δείχνουν ότι οι ταξιδιώτες των all inclusive ξενοδοχείων δαπανούν στο λιανεμπόριο παρόμοια ή και υψηλότερα ποσά από αυτά που δαπανούν οι άλλοι πελάτες, ενώ δαπανούν λιγότερα χρήματα για εστίαση εκτός ξενοδοχείου λόγω του γεγονότος ότι η σίτιση καλύπτεται μέσω του τουριστικού πακέτου», υπογραμμίζει το ΙΝΣΕΤΕ.

Και επικαλείται δύο μελέτες, η μία της ΕΣΣΕ και η άλλη του Αμερικανικού Κολλεγίου Θεσσαλονίκης, στις αγορές Κρήτης και Ρόδου που δείχνουν πράγματι πως οι δαπάνες των all inclusive δεν υστερούν από τον μέσον όρο των υπολοίπων επισκεπτών. Παράλληλα θυμίζει πως, με βάση ανεξάρτητους οίκους, ο τουρισμός συνεισφέρει το περισσότερο από το 10% του ΑΕΠ άμεσα και άνω του 25% έμμεσα.

Ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ Βασίλης Κορκίδης ισχυρίστηκε την Πέμπτη ότι «η λεγόμενη εισαγόμενη κατανάλωση δεν θεωρείται ικανοποιητική, αφού οι περισσότεροι τουρίστες είναι μέσου και χαμηλού εισοδήματος, ενώ η πλειονότητα φαίνεται να επιλέγει την Ελλάδα ως φθηνό προορισμό».
Ομως ο σύνδεσμος των τουριστικών επιχειρήσεων αντιτάσσει ότι οι δείκτες που επικαλείται ο κ. Κορκίδης ενδέχεται να είναι στρεβλωμένοι από τη φοροδιαφυγή ή ορθότερα «την έξαρση των μη καταγεγραμμένων συναλλαγών», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Επιπλέον καταρρίπτει και τον ισχυρισμό σύμφωνα με τον οποίο οι περισσότεροι τουρίστες που επισκέπτονται τη χώρα είναι μέσου και χαμηλού εισοδήματος: το ΙΝΣΕΤΕ αναφέρει ότι, «σύμφωνα με τα στοιχεία παγκόσμιας έρευνας, σε δείγμα μισού εκατομμυρίου ανθρώπων, σχεδόν το 60% των εισερχόμενων τουριστών στην Ελλάδα προέρχεται από τις ανώτερες εισοδηματικές τάξεις, ενώ με βάση έρευνα της TUI Group ο χαμηλότερος βαθμός ικανοποίησης των πελατών της από τις παροχές και ευκολίες που χρησιμοποιούν στην Ελλάδα είναι στον χώρο του shopping, με βαθμό ικανοποίησης 69,8%, έναντι 90,9% για τα ξενοδοχεία».

Για την εκτίμηση του ΙΝΕΜΥ-ΕΣΕΕ «πως η πλειοψηφία των επισκεπτών φαίνεται να επιλέγει την Ελλάδα ως φθηνό τουριστικό προορισμό», το ΙΝΣΕΤΕ αντιτάσσει πως «η αντίληψη αυτή είναι εσφαλμένη, μεταξύ άλλων, διότι για τις περισσότερες βασικές αγορές εισερχόμενου τουρισμού η πρόσβαση είναι αεροπορική και άρα εξ αυτού και μόνον του γεγονότος δεν μπορεί να είναι φθηνό». «Η επιβολή υψηλής φορολογίας στον κλάδο και στις μεταφορές καθιστούν την Ελλάδα προορισμό συνολικά ακριβό και οριακά πλέον ανταγωνιστικό», προσθέτει επ’ αυτού.

Αναπάντητη δεν έμεινε ούτε η εκτίμηση του ΙΝΕΜΥ-ΕΣΕΕ πως «οι Ελληνες είναι ο βασικός αιμοδότης του τουρισμού όλο το έτος με έσοδα 2 δισ. ευρώ». Οπως σημειώνεται, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, η δαπάνη των Ελλήνων για τουρισμό στην Ελλάδα το 2017 ανήλθε σε 1,4 δισ., λιγότερο από 10% της δαπάνης του εισερχόμενου τουρισμού. Επίσης, η μέση κατά κεφαλήν δαπάνη του εσωτερικού τουρίστα ανέρχεται σε 280 ευρώ (ποσό στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το αντίτιμο των εισιτηρίων μετάβασης) έναντι 520 ευρώ του εισερχόμενου (ποσό που αφορά μόνο τη δαπάνη εντός της χώρας και δεν συμπεριλαμβάνει το αντίτιμο των εισιτηρίων).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ