ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Γιώργος Προβόπουλος στην «Κ»: Ο διχασμός ανέβασε επώδυνα τον λογαριασμό

ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΛΩΡΑ

«Χωρίς σταθερή ανάπτυξη, που θα σύρει γρήγορα την οικονομία προς τα εμπρός, η χώρα θα βράζει συνεχώς στο ζουμί της», λέει ο πρώην διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιώργος Προβόπουλος.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Παθογένειες του πολιτικού κόσμου αλλά και της κοινωνίας, λάθη και παραλείψεις που σημάδεψαν την οκταετία που πέρασε, ευθύνονται για τη μεγάλη διάρκεια των μνημονίων σε σύγκριση με άλλες χώρες και ακόμη –σε μεγάλο βαθμό– δεν έχουν εξαλειφθεί, διαπιστώνει στη συνέντευξή του στην «Κ» ο Γιώργος Προβόπουλος. Αναφέρει ενδεικτικά την άρνηση αποδοχής της πραγματικότητας από πολιτικούς και πολίτες, την ψευδαίσθηση που καλλιεργούσε η εκάστοτε αντιπολίτευση ότι μπορούμε να αποφύγουμε τη λιτότητα και να επιστρέψουμε στην προ κρίσης εποχή, την απουσία ενός εθνικού προγράμματος εξόδου από την κρίση, αλλά και την «παράκαμψη» των ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων που είχε ανάγκη η χώρα.

Ο πρώην διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, από τα επίσημα χείλη του οποίου ανακοινώθηκαν δημοσίως το 2009 τα πρώτα ανησυχητικά στοιχεία για την πορεία του ελλείμματος, θεωρεί ότι ο ίδιος προειδοποίησε εγκαίρως για τον κίνδυνο, αλλά απευθυνόταν σε «ώτα μη ακουόντων». Για την έλευση των μνημονίων αποδίδει ευθύνες στις κυβερνήσεις, τόσο της Ν.Δ. όσο και του ΠΑΣΟΚ για την οικονομική πολιτική που ακολούθησαν τα χρόνια που προηγήθηκαν. Επικρίνει, επιπλέον, το ΠΑΣΟΚ για το «τελείως λανθασμένο προεκλογικό πρόγραμμα», όπως το χαρακτηρίζει, που εφάρμοσε ως νεοεκλεγείσα κυβέρνηση. Επιβεβαιώνει, εξάλλου, ότι όχι μόνο η ΕΚΤ, αλλά και το ΔΝΤ τάσσονταν αρχικά εναντίον του «κουρέματος» του χρέους.

– Στη διάρκεια της θητείας σας ως διοικητή της ΤτΕ η χώρα μπήκε στο μνημόνιο. Πότε αντιληφθήκατε ότι το δημόσιο έλλειμμα της χώρας έχει ξεφύγει σε ανησυχητικά επίπεδα; Και όταν το αντιληφθήκατε, χτυπήσατε αρκετά δυνατά το καμπανάκι;
– Το δημοσιονομικό έλλειμμα άρχισε να μεγαλώνει επικίνδυνα από τους πρώτους κιόλας μήνες του 2009, γεγονός που σταθερά επισημαίνονταν τόσο στις εκθέσεις της Τράπεζας της Ελλάδος όσο και στις ομιλίες μου στη Βουλή ή και σε άλλα fora. Ομως, οι επανειλημμένες «οχλήσεις» μου απευθύνονταν σε ώτα μη ακουόντων. Η κοινωνία και ο πολιτικός κόσμος δεν ήθελαν ν’ ακούσουν προειδοποιήσεις ενοχλητικές. Υπήρχε άλλωστε μία γενικευμένη αμεριμνησία την περίοδο εκείνη. Θα τονίσω, ωστόσο, ότι δεν ήταν μόνο το δημοσιονομικό έλλειμμα που εκκόλαψε την κρίση. Εξίσου μεγάλης σημασίας, αν όχι μεγαλύτερης, ήταν και το σταθερά υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών, που έφθασε στο εξωφρενικό ποσοστό του 15% του ΑΕΠ το 2008. Το έλλειμμα αυτό, που καλύπτονταν με εξωτερικό δανεισμό, αποτελούσε απόδειξη της σοβαρής απώλειας ανταγωνιστικότητας της χώρας. Ημουν ο πρώτος που μίλησε για την απειλή των «δίδυμων ελλειμμάτων» και την ανάγκη ρηξικέλευθων δομικών παρεμβάσεων, προκειμένου να διορθωθούν οι ανισορροπίες και οι παθογένειες.

– Θα μπορούσε η τότε κυβέρνηση της Ν.Δ. να είχε κάνει κάτι και να είχε αποτρέψει τον εκτροχιασμό του ελλείμματος και την έλευση του μνημονίου; Στη συνέχεια, το ΠΑΣΟΚ πιστεύετε ότι είχε χρόνο να ελέγξει το έλλειμμα αρκετά ώστε να αποφευχθεί το μνημόνιο;
– Τα μνημόνια ήρθαν ως αναπόφευκτη κατάληξη του γεγονότος ότι οι απαιτούμενοι χειρισμοί και οι αναγκαίες διορθωτικές κινήσεις στην οικονομική πολιτική της χώρας δεν έγιναν όταν, όσο και όπως έπρεπε. Αυτό αφορά όλες τις κυβερνήσεις, δηλαδή και της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ. Θυμίζω βέβαια ότι οι εκλογές του 2009 έγιναν πρόωρα λόγω ακριβώς της διόγκωσης του οικονομικού προβλήματος εν μέσω μιας εντεινόμενης διεθνούς κρίσης. Αυτό, όμως, δεν εμπόδισε τη νεοεκλεγείσα τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ να εφαρμόσει το τελείως λανθασμένο προεκλογικό της πρόγραμμα. Χάθηκε πολύτιμος χρόνος με απραξία, τα σπρεντ ανέβηκαν επικίνδυνα, ενώ έλειψε η διάθεση για τις αναγκαίες τολμηρές πρωτοβουλίες. Ετσι μοιραία η χώρα οδηγήθηκε στη στήριξη των εταίρων της με εφαρμογή του πρώτου μνημονίου.

– Ο Τρισέ, ως πρόεδρος της ΕΚΤ, λέγεται ότι ήταν εξαιρετικά ανήσυχος όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για την υπόλοιπη Ευρώπη.
– Ο πρόεδρος της ΕΚΤ ήταν ανήσυχος πρωτίστως με το χρονίζον εξωτερικό έλλειμμα που όπως ανέφερα διογκώθηκε το 2008. Η απώλεια ανταγωνιστικότητας, που άρχισε να σωρεύεται σταδιακά, ευθύς μετά την ένταξη της Ελλάδας στη Ζώνη του Ευρώ, ήταν αποτέλεσμα εφαρμογής, κατά συρροήν και κατ’ εξακολούθηση, λανθασμένων πολιτικών. Το φαινόμενο της απώλειας ανταγωνιστικότητας, έστω και σε μικρότερο βαθμό σε σχέση με την Ελλάδα, παρατηρήθηκε βεβαίως και σε άλλες χώρες, που αργότερα εισήλθαν σε προγράμματα. Σχετικά με το τι έπρεπε να γίνει ώστε να διορθωθεί η πορεία της χώρας, αποτελούσε συστηματικά το κύριο αντικείμενο των εκθέσεων της ΤτΕ και των δικών μου ομιλιών και συνεντεύξεων. Ομως, υπήρξε απροθυμία προσαρμογής της οικονομικής πολιτικής, αλλά και της κοινωνίας ευρύτερα να κατανοήσει τα λάθη του παρελθόντος και να δεχθεί αλλαγή πορείας.

– Ο Τρισέ ήταν και ο πιο κατηγορηματικός αντίπαλος του «κουρέματος» του χρέους εκείνη την εποχή. Γιατί θεωρείτε ότι το έκανε; Πιστεύετε, κρίνοντας εκ των υστέρων, ότι ήταν λάθος του;
– Η ΕΚΤ ήταν της άποψης ότι θα αποτελούσε ισχυρό πλήγμα στην αξιοπιστία της νεοσύστατης Ευρωζώνης η πτώχευση ενός κράτους-μέλους της. Ομως και το ΔΝΤ συνηγορούσε τότε προς την ίδια κατεύθυνση. Θυμίζω την ειδική μελέτη του ΔΝΤ με ημερομηνία 1/9/2010, που χαρακτήριζε το «κούρεμα» χρέους ως «μη αναγκαίο, ανεπιθύμητο και απίθανο». Ως προς το εάν ήταν λάθος η άποψη αυτή, πιστεύω ότι αν η χώρα δεν παλινωδούσε με την απροθυμία της να εφαρμόσει άμεσα ένα βαθιά μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, η κατάσταση θα είχε βελτιωθεί πολύ νωρίτερα και η απώλεια εισοδήματος θα ήταν μικρότερη, σε σχέση με αυτό που τελικά βιώσαμε. Υπό τις συνθήκες αυτές, πιθανόν να μην είχε χρειαστεί «κούρεμα» χρέους, κάτι το οποίο δεν αποφεύχθηκε, όπως γνωρίζουμε, με την εφαρμογή του PSI.

– Στους Δελφούς, προ μηνών, μιλήσατε για την ανάγκη ενός επενδυτικού σοκ και για επενδύσεις 80 δισ. ευρώ. Πόσο εφικτό είναι κάτι τέτοιο;
– Από το 2011 και μετά οι ακαθάριστες επενδύσεις κάθε χρόνο είναι μικρότερες από τις αποσβέσεις, δηλαδή τη φυσική απομείωση του υλικού κεφαλαίου της χώρας λόγω φθοράς. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το απόθεμα του κεφαλαίου της χώρας φθίνει έκτοτε τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά. Αρα η αφετηρία της επιτακτικά αναγκαίας αναπτυξιακής επανεκκίνησης οπισθοχωρεί συνεχώς και καθιστά το «άλμα προς τα εμπρός» όλο και πιο δυσχερές. Για να καλύψουμε, λοιπόν, αυτό το «επενδυτικό κενό» της τελευταίας επταετίας, για να φθάσουμε δηλαδή στο μέγεθος του φυσικού κεφαλαίου που είχαμε το 2010, θα πρέπει να έχουμε μία τεράστια επενδυτική ένεση της τάξεως 80 δισ. ευρώ. Ανάπτυξη χωρίς νέες σημαντικές επενδύσεις δεν γίνεται. Γι’ αυτό εδώ, δηλαδή στον τομέα των επενδύσεων πρέπει να τρέξουμε με άλματα, όχι μικρά βήματα.

Ημιτελής η δουλειά, χρειάζονται και άλλες μεταρρυθμίσεις

– Επειτα από οκτώ μνημονιακά χρόνια, πώς θα συνοψίζατε τα δικά σας συμπεράσματα;
– Τα δικά μου συμπεράσματα από την πολυετή ελληνική περιπέτεια είναι τα ακόλουθα:
Πρώτον, τα προβλήματα της χώρας ήταν κατά βάση διαρθρωτικά και σωρεύθηκαν σε βάθος χρόνου. Γι’ αυτό και απαιτήθηκε περισσότερος χρόνος σε σχέση με άλλες μνημονιακές χώρες για την αντιμετώπισή τους. Συνδέονταν, επίσης, σε μεγάλο βαθμό με πολιτισμικά και κοινωνικοπολιτικά χαρακτηριστικά, με βαθιά ριζωμένες στρεβλές αντιλήψεις και νοοτροπίες. Αρκετά από τα προβλήματα αυτά φοβούμαι ότι δεν έχουν εξαλειφθεί και πιθανόν να τα βρούμε και πάλι μπροστά μας.

Δεύτερον, η στάση του πολιτικού κόσμου και της κοινωνίας μαρτυρά άρνηση αποδοχής και κατανόησης της πραγματικότητας, αλλά και άγνοια των κινδύνων. Στο διάστημα της οκταετίας που πέρασε δεν έγινε στη Βουλή ούτε μία νηφάλια κι ολοκληρωμένη συζήτηση, σε μια προσπάθεια διερεύνησης των αιτιών της πρωτοφανούς κρίσης και αναζήτησης των πρόσφορων λύσεων. Σε ολόκληρη αυτή την περίοδο, η εκάστοτε αντιπολίτευση όχι μόνο αρνήθηκε κατά κανόνα να συναινέσει, αλλά καλλιέργησε συστηματικά την ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να ξαναγυρίσουμε ακινδύνως στην προ κρίσης εποχή, καταργώντας τις «πολιτικές λιτότητας». Ετσι, έφτασε το μνημόνιο να θεωρείται από αρκετούς ως η αιτία της κρίσης και όχι ως η λύση για να αντιμετωπιστούν οι αιτίες της.

Τρίτον, καμία κυβέρνηση δεν ετοίμασε το δικό της εθνικό πρόγραμμα δράσης και εξόδου από την κρίση. Γι’ αυτό κι έχω υποστηρίξει ότι η χώρα στερείτο ενός δικού της business plan. Ετσι, βάση διαπραγμάτευσης με τους δανειστές ήταν κάθε φορά οι δικές τους προτάσεις.

Ολοκληρωμένες αντιπροτάσεις ουδέποτε κατατέθηκαν. Αυτό φανερώνει και την ανετοιμότητα ή και την αδυναμία της χώρας να λύσει η ίδια τα δικά της προβλήματα, αναλαμβάνοντας την ευθύνη της οικονομικής της πολιτικής.

Τέταρτον, όχι μόνο δεν υπήρξε εκ μέρους μας μία συνολική εθνική πρόταση, αλλά και το επιβληθέν από τους δανειστές μνημονιακό πρόγραμμα σχεδόν ποτέ δεν υιοθετήθηκε πλήρως και ως ενιαίο σύνολο από την ελληνική πλευρά. Ποτέ δεν αναλάβαμε δηλαδή την κυριότητα του προγράμματος. Αυτό εξηγεί την επαμφοτερίζουσα στάση μας κατά την εφαρμογή του, τις αμφιταλαντεύσεις, το συνεχές «κατενάτσιο», τις ολιγωρίες, την πεισματική μας συχνά άρνηση να υλοποιήσουμε αυτό που συμφωνήσαμε με την υπογραφή μας.

Πέμπτον, λαμβάνοντας υπόψη την κατεξοχήν διαρθρωτική φύση των προβλημάτων μας, το κύριο βάρος των προγραμμάτων θα έπρεπε να πέσει στις απαραίτητες δομικές παρεμβάσεις. Ομως, σε αυτόν ιδιαίτερα τον τομέα επιδείξαμε σοβαρές καθυστερήσεις. Αυτό ενέτεινε την αβεβαιότητα και ανέβασε κατακόρυφα το οικονομικό και κοινωνικό κόστος. Υστερα από οκτώ χρόνια σκληρών μνημονίων, η δουλειά παραμένει και σήμερα ημιτελής. Πολλά πρέπει να γίνουν ακόμη στο πεδίο των μεταρρυθμίσεων.

Εκτον, αρκετές από τις μεταρρυθμίσεις που έγιναν δεν ήταν γνήσιες, πραγματικές δηλαδή δομικές βελτιώσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η δημόσια διοίκηση. Ο ευρύτερος διοικητικός μηχανισμός, παρά τις δεκάδες «παρεμβάσεων», φοβούμαι πως λειτουργεί χειρότερα αντί για καλύτερα. Eνα πρόσφατο χαρακτηριστικό παράδειγμα η κακοοργανωμένη και πλημμελής διαχείριση της καταστροφικής πυρκαγιάς στο Μάτι από τμήματα της κρατικής και αυτοδιοικητικής μηχανής, που ανέβασαν δυσθεώρητα το ανθρώπινο και υλικό κόστος.

Eβδομον, στο πολιτικό σύστημα και στην κοινωνία υπήρξε επί σειράν ετών μία κάθετη διαίρεση. Η διαίρεση αυτή παρεμπόδισε ποικιλότροπα την ομαλή εφαρμογή των προγραμμάτων, ανέβασε επώδυνα τον λογαριασμό και σε κρίσιμες φάσεις της πήρε επικίνδυνα εμφυλιοπολεμικά χαρακτηριστικά.

– Ανησυχείτε ότι οι πολιτικές επιδιώξεις της κυβέρνησης και η λεγόμενη μεταρρυθμιστική κόπωση μπορεί να οδηγήσουν σε επιστροφή στις «κακές συνήθειες του παρελθόντος»;
– Ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος επιστροφής στις κακές συνήθειες του παρελθόντος, αφού δυστυχώς υπάρχουν Σειρήνες έτοιμες να ηχήσουν γλυκά στ’ αυτιά μας. Και τέτοιοι ήχοι, διανθισμένοι με άφθονη δημαγωγία και λαϊκισμό, ακούγονται πολύ πιο ευχάριστα από μία χρόνια καταπονημένη κοινωνία. Οπως ανέφερα, η χώρα βαρύνεται με σοβαρά ακόμη διαρθρωτικά προβλήματα, που οφείλει καθ’ οδόν να επιλύσει. Επείγει να αποκτήσει η χώρα αξιοπιστία και φερεγγυότητα, ώστε να μπορεί να αντλεί πλέον από τις διεθνείς αγορές τους πόρους που χρειάζεται και μάλιστα με προσιτά επιτόκια. Και τέτοιοι πόροι χρειάζονται όχι μόνον για την ομαλή αναχρηματοδότηση του υψηλού χρέους, αλλά, κυρίως, για μία ταχεία, υγιή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, μέσω σημαντικών επενδύσεων. Χωρίς σταθερή ανάπτυξη, που θα σύρει γρήγορα την οικονομία προς τα εμπρός, η χώρα θα βράζει συνεχώς στο ζουμί της. Η ανάπτυξη είναι αυτή και μόνον αυτή που θα ανυψώσει και πάλι τα πιεσμένα εισοδήματα, θα δημιουργήσει νέες κι επαρκείς θέσεις εργασίας, θα βελτιώσει αισθητά τη βιωσιμότητα του χρέους, θα προσελκύσει σημαντικές παραγωγικές επενδύσεις από το εξωτερικό, θα επαναφέρει σε ομαλότητα το διαταραγμένο τραπεζικό σύστημα, οδηγώντας το και πάλι σε πιστωτική επέκταση, με δύο λόγια, θα καταστήσει τις προοπτικές της χώρας σταθερά αισιόδοξες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ