Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟΣΩΠΑ

Εφη Αχτσιόγλου: Μια αίσθηση εξόδου

Α​​φαίρεσε πέντε μηδενικά από το νόμισμα και το επαναλάνσαρε σαν νέο. Το ονόμασε bolivar soberano – κυρίαρχο μπολιβάρ. Ταυτόχρονα, αύξησε ταυτόχρονα και τον κατώτατο μισθό. Οχι μίζερα πράγματα. Αύξηση χορταστική: Τρεις χιλιάδες τοις εκατό.

Αυτά βέβαια τα έκανε ο Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα «του», με την οποία καλό είναι να μη γίνονται συγκρίσεις. Ομως, όσο περνούν οι ώρες στη μεταμνημονιακή Ελλάδα, τόσο εμπεδώνεται η εντύπωση ότι κι εδώ η μαγεία παίρνει την εκδίκησή της από την οικονομία. Η αυταπάτη παίρνει τη ρεβάνς από την πραγματικότητα.

Η ρητορική της κυβέρνησης παρουσιάζει μια χώρα που έχει ανακτήσει πλήρως την αυτονομία της, παρότι δεν είναι ακόμη σε θέση να δανειστεί αυτόνομα από τις αγορές.

Οι αγορές ακούν έναν πρωθυπουργό που ξεπατικώνει αφηγηματικά εφέ από την Οδύσσεια για να πλάσει μια αριστερή τελενοβέλα – όπου οι καλοί ετοιμάζονται να κατατροπώσουν τους κακούς. Βλέπουν μια κυβέρνηση που παρακρατεί τους πόρους των δημοσίων επενδύσεων για να τους μοιράσει στο τέλος σε επιδόματα.

Οι αγορές ακούν μια υπουργό Εργασίας που διακηρύσσει ότι θα βελτιώσει το εισόδημα των εργαζομένων με διατάγματα – αυξάνοντας τον κατώτατο μισθό σε μια αγορά όπου η ανεργία παραμένει στο 19%. Πόσες θέσεις εργασίας έχει υπολογίσει η Αχτσιόγλου ότι θα δημιουργήσει με αυτή την κίνηση;

Αυτό που σίγουρα δημιουργείται είναι μια μυθολογική φούσκα μέσα στην οποία κλείνονται πρώτοι εκείνοι που τη δημιούργησαν. Η κυβέρνηση δεν ενδιαφέρεται να καταστήσει τη χώρα φερέγγυα. Η Αχτσιόγλου το ομολόγησε κιόλας – σαν να μην την άκουγε κανείς: «Δεν είναι βασικό στοίχημα η έξοδος στις αγορές», είπε.

«Βασικό στοίχημα» είναι προφανώς να δοθεί μια «αίσθηση εξόδου» στους ψηφοφόρους εκείνους που ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδικεί ως εκλογική του πελατεία. Ενα paquetazo rojo –κόκκινο πακέτο, όπως το λέει ο Μαδούρο– για προεκλογική κατανάλωση.

Κάπως έτσι συντελείται ήδη η επιστροφή του ΣΥΡΙΖΑ στην αντιμνημονιακή του κανονικότητα. Το κόμμα επιστρέφει στη ρητορική που υποδαυλίζει το country risk – την επισφάλεια της χώρας, την οποία ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έχει μάθει να επικαλείται ως όρο, αλλά δεν ενδιαφέρεται να ανατρέψει.

Κάπως έτσι κυοφορείται ήδη μια δυσοίωνη συμμετρία του πρώτου εξαμήνου του 2015 με το εννεάμηνο Σεπτέμβριος 2018 - Μάιος 2019. Μέχρι τότε δεν χρειάζεται να δανειστούμε. Η αξιοπιστία της χώρας δεν είναι «βασικό στοίχημα». Ας πάνε όπου θέλουν τα επιτόκια. Μέχρι τον Μάιο, λεφτά υπάρχουν.

Άδωνις Γεωργιάδης: Βουτιά στον κουβά

Τ​​ι κάνεις όταν σου πετάνε έναν κουβά λάσπη στο πρόσωπο; Την τινάζεις, διορθώνεις τον κόμπο στη γραβάτα σου και συνεχίζεις; Αυτό ήταν το δίλημμα που αντιμετώπιζε η αξιωματική αντιπολίτευση κάθε φορά που οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ εμφανίζονταν κραδαίνοντας κουβά. Ηταν. Γιατί από την πείρα των τελευταίων δυόμισι ετών, από τότε που η Ν.Δ. επανασυγκροτήθηκε υπό τη νέα της ηγεσία, το δίλημμα έχει απαντηθεί. Εχουν δοκιμαστεί διαφορετικές άμυνες απέναντι στους κουβάδες. Κι έχει φανεί ότι την αντιπολίτευση τη συμφέρει όχι να αποφεύγει γενικώς την πόλωση, αλλά να αποφεύγει τη λάθος πόλωση.

Η πρόκληση επανήλθε σε νέα μορφή από τις πρώτες κιόλας ημέρες της προεκλογικής περιόδου, που κήρυξε από την Ιθάκη ο πρωθυπουργός. Αυτή τη φορά οι ενορχηστρωτές του διχασμού έσπευσαν να εμφανιστούν ως θύματα – σε στυλ, «γιατί βρίζετε, ρε μνηστήρες;· γιατί διχάζετε, ρε ακροδεξιοί, διεφθαρμένοι, οφσοράκηδες;». Αυτή η απόπειρα αντιστροφής βρήκε έρεισμα στα πολεμικά ένστικτα του Μάκη Βορίδη και του Αδώνιδος Γεωργιάδη – ένστικτα που τους οδήγησαν σε μια θεολογικού τύπου αντιπαράθεση για τη φύση της Αριστεράς και τα προπατορικά της αμαρτήματα. Αμφότεροι κατέληξαν έτσι να συμμετέχουν σε μια σκηνοθεσία που προοριζόταν μόνο για την εκλογική βάση του ΣΥΡΙΖΑ – και που δεν θα είχε τελεσφορήσει χωρίς αυτούς.

Ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να επιβιώσει μετά τις εκλογές ως ο μόνος πόλος απέναντι στη Δεξιά. Αυτό προϋποθέτει ότι θα κρατήσει στις τάξεις του τους πασοκογενείς ψηφοφόρους, πολλοί εκ των οποίων εμφανίζονται τώρα θυμωμένοι μαζί του και, γι’ αυτό, ρέπουν προς την αποχή ή την ψήφο στο ΚΙΝΑΛ. Σε αυτό το αντιδεξιό ακροατήριο ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει να πουλήσει Βορίδη και Αδωνι.

Αμφότεροι έχουν πια παρελθόν στην πολιτική – τόσο πλούσιο ώστε να μπορούν να ελέγχουν τα εκφραστικά τους μέσα. Ακόμη όμως κι όταν ελέγχουν τη γλώσσα τους, δεν ελέγχουν το παρελθόν τους. Ακόμη κι όταν ελέγχουν τους εαυτούς τους, δεν μπορούν να ξεφύγουν από την persona τους – τη μιντιακή τους ταυτότητα που έχει καθοριστεί, με κλιπάκια και σκαναρισμένα αποκόμματα, μάλλον από τους αντιπάλους τους παρά από τους ίδιους.

Πρέπει η δεξιά της Δεξιάς να αυτολογοκρίνεται; Δεν πρέπει να αντιπολιτεύεται την κυβέρνηση «όπως της αρμόζει»;

Είναι άλλο να σφυροκοπάς αυτήν την ιδεολογικά υβριδική κυβέρνηση – ας πούμε, για ό,τι (δεν) έκανε στο Μάτι ή για ό,τι (δεν) έκανε στην οικονομία. Και άλλο να την αναθεματίζεις για τη δήθεν ιδεολογική της καθαρότητα στην οποία μόνο η ίδια πιστεύει. Είναι άλλο να αντιπολιτεύεσαι τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Και άλλο να πετροβολάς το φάντασμα της Αριστεράς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ