ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Τον Δεκέμβριο του 1970, τα σοβαρά επεισόδια στην Πολωνία, εναντίον της πολιτικής του κομμουνιστικού καθεστώτος, αποτέλεσαν καμπή στην ιστορία του ανατολικού συνασπισμού. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, η Σοβιετική Ενωση φαινόταν να βρίσκεται στο απόγειο της ισχύος της. Είχε επιτύχει την πυρηνική ισοπλία με τις ΗΠΑ, ενώ κατήγαγε σημαντικές νίκες στον Τρίτο Κόσμο, σε μια εποχή κατά την οποία το Βιετνάμ κατέστρεφε τη διεθνή εικόνα του αντιπάλου της. Ωστόσο, το φαινόμενο που αργότερα αποκλήθηκε «τελμάτωση» της εποχής Μπρέζνιεφ ήδη εξελισσόταν. Η σοβιετική οικονομία παρουσίαζε δομικά προβλήματα, ειδικά στον τομέα της γεωργίας, και αδυνατούσε να ικανοποιήσει τις προσδοκίες των πολιτών της για μεγαλύτερη άνοδο του βιοτικού επιπέδου. Η αποτυχία των σοβιετικών οικονομικών μεταρρυθμίσεων (λόγω της ατολμίας τους) έφερνε στο προσκήνιο την εικόνα της ακινησίας σε μια περίοδο κατά την οποία οι κοινωνίες, η σοβιετική και αυτές της Ανατολικής Ευρώπης, είχαν πλέον επίγνωση των προκλητικών προνομίων της κομμουνιστικής νομενκλατούρας. Στο πλαίσιο αυτό, η πολωνική αναταραχή κατέδειξε τα δομικά προβλήματα στην κομμουνιστική Ανατολική Ευρώπη, αλλά ταυτόχρονα οδήγησε και στη χειροτέρευσή τους.

Χώρα με κομβική γεωγραφική θέση

Κατά τη δεκαετία του 1940, η επιβολή του σοβιετικού ελέγχου στην Πολωνία είχε αποτελέσει βασικό στόχο του Στάλιν, και επιτεύχθηκε έστω και με το κόστος της επιβάρυνσης των σχέσεων με τη Δύση. Η Πολωνία, μεγάλη χώρα η ίδια, βρισκόταν σε κρίσιμη γεωγραφική θέση, καθώς σε έναν οριζόντιο άξονα Ανατολής - Δύσης ήλεγχε την πρόσβαση των Σοβιετικών προς την Ανατολική Γερμανία, ενώ στον κάθετο άξονα Βορρά - Νότου, τα λιμάνια της είχαν σημαντικό ρόλο στην οικονομική ζωή των άλλων κομμουνιστικών χωρών που δεν διέθεταν πρόσβαση στη θάλασσα. Ο σοβιετικός έλεγχος διατηρήθηκε και μετά τις ταραχές του καλοκαιριού του 1956, χάρη σε φαινομενικές παραχωρήσεις του Κρεμλίνου προς την τοπική ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος, μεταξύ των οποίων την επαναφορά στην ηγεσία του (θεωρούμενου περισσότερο μετριοπαθή στη Δύση) Βλάντισλαβ Γκομούλκα και την απομάκρυνση του Σοβιετικού στρατάρχη Ροκοσόφσκι από τη θέση του υπουργού Αμύνης της Πολωνίας(!). Αλλά η χώρα εξακολουθούσε να έχει ένα θεμελιώδες υπόβαθρο, αντιρωσικό και καθολικό (επομένως, δυνάμει αντικομμουνιστικό). Η Πολωνία ήταν πάντοτε η μεγάλη ελπίδα της Δύσης για την ανάπτυξη ενός αντισοβιετικού κινήματος στη Βορειοανατολική Ευρώπη. Γι’ αυτό, άλλωστε, ήταν το μόνο μέλος του σοβιετικού συνασπισμού που είχε γίνει αποδέκτης κρατικών δανείων από τη Δύση.


Επάνω: Στο Στετίν σημειώθηκαν εκτεταμένες καταστροφές. Κάτω:Τανκς του πολωνικού στρατού στους δρόμους, για την καταστολή των διαδηλώσεων.

Κατά τη δεκαετία του 1960, τα καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης βρέθηκαν σε επισφαλή οικονομική θέση. Η Σοβιετική Ενωση αντιμετώπιζε προβλήματα, αλλά διέθετε τεράστιους πόρους, ανθρώπινους και υλικούς ώστε να αντεπεξέλθει. Δεν ίσχυε το ίδιο για τις αδύναμες οικονομίες των ανατολικοευρωπαϊκών κρατών, των οποίων τα κομμουνιστικά καθεστώτα (προϊόντα της επιβολής του Ερυθρού Στρατού) δεν διέθεταν λαϊκή νομιμοποίηση.

Η υπέρβαση των δικών τους οικονομικών δυσκολιών προϋπέθετε εκσυγχρονισμό και ένα, έστω λελογισμένο, άνοιγμα στη λογική της αγοράς, πρωτοβουλίες που ήταν δύσκολο να αναληφθούν χωρίς να διακυβευθεί ο απόλυτος σοβιετικός/κομμουνιστικός έλεγχος, ειδικά την επαύριον της Ανοιξης της Πράγας. Μάλιστα, οι ανατολικοευρωπαϊκές κομματικές ηγεσίες, που είχαν επίγνωση του αντιλαϊκού χαρακτήρα της εξουσίας τους, ήταν κατά κανόνα ακόμη πιο απρόθυμες από τις ίδιες τις σοβιετικές ηγεσίες για μεταρρυθμίσεις οι οποίες μπορούσαν να κλονίσουν την ετερόφωτη, πραγματικά δοτή, εξουσία τους.

Απεργίες, διαδηλώσεις και επέμβαση του στρατού

Η μείωση των ρυθμών ανάπτυξης στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης δημιουργούσε πρόσθετα προβλήματα. Η κακή επίδοση του γεωργικού τους τομέα, αποτέλεσμα της βίαιης κολεκτιβοποίησης μετά το 1945, συνεπαγόταν ότι δεν είχαν τη δυνατότητα να προσφέρουν καλύτερη διατροφή και άνοδο του βιοτικού επιπέδου στους πολίτες τους. Και, καθώς δεν ήθελαν να κάνουν οικονομικές μεταρρυθμίσεις, σύντομα βρέθηκαν σε αδιέξοδο. Στο πλαίσιο αυτό, στην Πολωνία, η κυβερνητική απόφαση για σοβαρή και έξαφνη αύξηση της τιμής των τροφίμων προκάλεσε τον Δεκέμβριο του 1970 μεγάλες ταραχές σε διάφορες πόλεις – διαδηλώσεις, απεργίες και διαμαρτυρίες, που αντιμετωπίστηκαν με επέμβαση του στρατού, η οποία επέφερε δεκάδες νεκρούς. Την επαύριον των ταραχών, ο Γκομούλκα αναγκάστηκε να παραιτηθεί και την ηγεσία του κόμματος ανέλαβε ο Εντουαρντ Γκιέρεκ. Η νέα κυβέρνηση δέχθηκε σημαντική σοβιετική βοήθεια, ανέστρεψε τις αυξήσεις των τιμών και αύξησε τους μισθούς. Σε μια πρώτη φάση, ο σοβιετικός έλεγχος διατηρήθηκε με σχετική ευκολία.

Αλλά για τους Σοβιετικούς και τους Ανατολικοευρωπαίους ηγέτες, τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά. Η πολωνική αναταραχή έφερε στο προσκήνιο τον μεγαλύτερό τους φόβο: τον κίνδυνο της επέκτασης των ταραχών και στα άλλα ανατολικοευρωπαϊκά κράτη που αντιμετώπιζαν αντίστοιχα προβλήματα, κυρίως την άνοδο των τιμών βασικών αγαθών. Η αντίδραση του Κρεμλίνου και της πολωνικής κομματικής ηγεσίας κατάφερε να αποτρέψει αυτό το ενδεχόμενο και μάλιστα χωρίς σοβιετική στρατιωτική επέμβαση, που θα ήταν πολύ κοστοβόρα πολιτικά, δύο χρόνια μετά την εισβολή στην Τσεχοσλοβακία. Ωστόσο, η κρίση του 1970 αποκάλυψε ακόμη μεγαλύτερες δυσκολίες: οι υπόλοιπες ανατολικοευρωπαϊκές χώρες δεν ήταν πρόθυμες να βοηθήσουν τον σύμμαχό τους που βρισκόταν σε κρίση, καθώς οι ίδιες δεν διέθεταν τα αναγκαία πλεονάσματα σε τρόφιμα. Αντίθετα, υποσχέθηκαν στους δικούς τους πολίτες καλύτερη πρόσβαση σε καταναλωτικά αγαθά, και ανέστειλαν τις σχεδιαζόμενες δικές τους αυξήσεις τιμών. Δεν έκαναν, όμως, τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Τα ολοένα και πιο συντηρητικά καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης αντέδρασαν με έναν κατεξοχήν συντηρητικό τρόπο στην κρίση.

Ο φόβος της αλλαγής και η εκτίναξη του δημόσιου χρέους στην Ανατολική Ευρώπη

Την επαύριον της πολωνικής κρίσης, και για να αποφύγει την επανάληψή της στην ανατολικοευρωπαϊκή αυτοκρατορία του, το Κρεμλίνο αναγκάστηκε να επιδοτήσει περαιτέρω τα φιλικά του καθεστώτα. Οι ανατολικοευρωπαϊκές χώρες δεν διέθεταν επαρκές σκληρό συνάλλαγμα, καθώς ο μεταξύ τους καταμερισμός εργασίας, μέσω της ΚΟΜΕΚΟΝ, δεν ήταν ορθολογικός: η εξειδίκευση της παραγωγής της καθεμίας από αυτές τις χώρες δεν στόχευε στην παραγωγή προϊόντων που θα είχαν ζήτηση στη διεθνή αγορά, αλλά προϊόντων που χρειαζόταν η ίδια η Σοβιετική Ενωση. Επομένως, δεν ήταν σε θέση να καλύψουν τις ανάγκες τους. Στα επόμενα χρόνια, η πετρελαϊκή/ενεργειακή κρίση μπορεί να βελτίωσε τη συναλλαγματική θέση της ίδιας της ΕΣΣΔ (παραγωγού πετρελαίου), αλλά παράλληλα την ανάγκασε να επιδοτήσει σημαντικά τις ενεργειακές πολιτικές των ανατολικοευρωπαϊκών δορυφόρων της.

Φαύλος κύκλος

Πάντως, οι τακτικές αυτές δεν μπορούσαν να καλύψουν τις ανάγκες χωρών που δεν ήθελαν να μεταρρυθμιστούν οικονομικά και αντιμετώπιζαν φοβικά την ιδέα της προσαρμογής. Τα καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης επέλεξαν την εύκολη λύση του δανεισμού και του δημοσίου χρέους, σε μια εποχή κατά την οποία, μην έχοντας νομιμοποίηση, δεν ήθελαν να κάνουν μεταρρυθμίσεις, αλλά ούτε και να πάρουν σκληρά μέτρα για να ανατάξουν την κατάσταση. Στη δεκαετία του 1970 το δημόσιο χρέος των ανατολικοευρωπαϊκών χωρών εκτινάχθηκε –ιδίως το πολωνικό– σε βαθμό ώστε να γίνεται λόγος στη βιβλιογραφία (Stephen Kotkin) για το «kiss of debt» που τελικά αντιμετώπισαν. Οπως συνήθως συμβαίνει, αυτό δημιούργησε έναν φαύλο κύκλο. Οι νέες ταραχές στην Πολωνία, τον Ιούνιο του 1976, έπειτα από νέα απόφαση του καθεστώτος να αυξήσει τις τιμές, παρέπεμπαν σε ένα διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ των κυβερνήσεων της περιοχής αυτής και των λαών τους. Η κορύφωση της αναταραχής στην Πολωνία, που θα έρθει το 1980, είχε προετοιμαστεί στο οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο επί χρόνια.


Ο Εντουαρντ Γκιέρεκ αντικατέστησε τον παραιτηθέντα μετά τις αιματηρές ταραχές Γκομούλκα.

Απλώς, οι συντηρητικές ανατολικοευρωπαϊκές ηγεσίες έκαναν ότι δεν το έβλεπαν.

Το 1970, βέβαια, κανείς δεν περίμενε μια υπαρξιακή κρίση στη Σοβιετική Ενωση, που φαινόταν τόσο ισχυρή. Η Μόσχα μπορούσε να ελέγχει την κατάσταση. Αλλά η οικονομική πραγματικότητα θα έπαιρνε μια σκληρή εκδίκηση. Το Κρεμλίνο αναγκαζόταν να επιδοτεί την κατανάλωση και των πολιτών του και των δορυφόρων του, παρά το γεγονός ότι τα διαθέσιμα προϊόντα γίνονταν όλο και πιο ανεπαρκή ποιοτικά και ποσοτικά. Στο πλαίσιο αυτό, κατά την εύστοχη παρατήρηση του Peter Gatrell, «τουλάχιστον για λίγο, ο [σοβιετικός] κρατικός προϋπολογισμός έγινε το όπιο των λαών». Αυτό έδειξε, και αυτή την πορεία ενίσχυσε η πολωνική κρίση του Δεκεμβρίου 1970.

* Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι καθηγητής στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ