ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Τα επιτόκια αναφοράς της Ευρωζώνης αλλάζουν

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τ​​α επιτόκια αναφοράς της Ευρωζώνης, όπως το βραχυπρόθεσμο (1 ημέρας) Εonia και το Euribor (με ληκτότητα από 1 εβδομάδα μέχρι 12 μήνες), έως τα τέλη του 2019, είτε θα αντικατασταθούν είτε θα αλλάξει ριζικά ο τρόπος υπολογισμού τους (http://www.euribor-rates.eu/). Η ομάδα εργασίας που έχει συσταθεί από κοινού από την ΕΚΤ, την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς του Βελγίου, την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ολοκλήρωσε την πρώτη δημόσια διαβούλευση σχετικά με το επιτόκιο αναφοράς που θα αντικαταστήσει το επιτόκιο Eonia. Η ΕΚΤ πρόσφατα δημοσίευσε τις τεχνικές λεπτομέρειες υπολογισμού του νέου ημερήσιου επιτοκίου της, του Ester. Στην Ελλάδα δεν έχουμε δώσει την απαραίτητη προσοχή στις επικείμενες αλλαγές.

Ως επιτόκιο αναφοράς ορίζουμε την αμοιβή που είναι διατεθειμένη να λάβει μια εμπορική τράπεζα για να δανείσει μια άλλη στη διατραπεζική αγορά. Στην περίπτωση του Euribor, η αμοιβή αυτή ορίζεται ως το μέσο επιτόκιο δανεισμού χωρίς εξασφάλιση στη διατραπεζική αγορά. Το επιτόκιο αναφοράς μπορεί να γραφεί και ως το άθροισμα του κόστους ευκαιρίας της εμπορικής τράπεζας, που δεν είναι άλλο από το παρεμβατικό επιτόκιο της κεντρικής τράπεζας και της αμοιβής της πρώτης για την ανάληψη του πιστωτικού κινδύνου του αντισυμβαλλόμενου. Αλλαγές στο παρεμβατικό επιτόκιο μεταδίδονται στην ευρύτερη οικονομία μέσω του επιτοκίου αναφοράς καθιστώντας το ένα από τα βασικά εργαλεία για τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής της κεντρικής τράπεζας.

Το πρώτο κρίσιμο ερώτημα εδώ είναι ποια είναι η χρησιμότητα των επιτοκίων αναφοράς. Στον τραπεζικό τομέα, για τη χορήγηση ενός δανείου κυμαινόμενου επιτοκίου με συγκεκριμένη λήξη, μια τράπεζα χρεώνει επιτόκιο που ορίζεται ως το άθροισμα του επιτοκίου αναφοράς και ενός σταθερού περιθωρίου. Το τελευταίο περιλαμβάνει την αμοιβή της τράπεζας επειδή είναι διατεθειμένη να αναλάβει τους κινδύνους ρευστότητας και ληκτότητας, καθώς και τον πιστωτικό κίνδυνο του πελάτη. Το επιτόκιο αναφοράς δείχνει το κόστος ευκαιρίας της τράπεζας. Αν δεν χορηγούσε το δάνειο στον πελάτη, θα μπορούσε να διαθέσει το ισόποσό του στη διατραπεζική αγορά και να λάβει ως αμοιβή το αντίστοιχο επιτόκιο αναφοράς. Τα επιτόκια αναφοράς χρησιμοποιούνται ευρύτατα και στην αγορά παραγώγων τίτλων, όπως οι συμφωνίες ανταλλαγής σταθερών με κυμαινόμενα επιτόκια, οι συμφωνίες ανταλλαγής ισοτιμιών και τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης. Για παράδειγμα, στην περίπτωση μιας συμφωνίας ανταλλαγής επιτοκίων το κυμαινόμενο μέρος ορίζεται όπως παραπάνω. Η χρήση των επιτοκίων αναφοράς απαντά και σε σειρά από άλλες λειτουργίες του χρηματοοικονομικού συστήματος όπως η λογιστική απεικόνιση, η αποτίμηση αξιών, η ανάλυση κινδύνου, η ανάλυση της απόδοσης, κ.λπ. Η ευρεία διάδοση της χρήσης κυμαινόμενων επιτοκίων, με βάση το επιτόκιο αναφοράς αντί του υπολογισμού ενός μεμονωμένου επιτοκίου αναφοράς για κάθε συμβόλαιο ξεχωριστά, οφείλεται:

1. Στην τυποποίηση και στη δυνατότητα διαχρονικής και διαστρωματικής σύγκρισης.

2. Στη μείωση του κόστους συναλλαγών σε σχέση με τα μεμονωμένα και ανά περίπτωση επιτόκια.

3. Στη βελτίωση της ρευστότητας του υποκείμενου συμβολαίου. Eνα τυποποιημένο ως προς το επιτόκιο συμβόλαιο μεταβιβάζεται πιο εύκολα (σε υψηλότερη τιμή) από άλλο που δεν διαθέτει αντίστοιχη τυποποίηση.

Το δεύτερο κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί είναι απαραίτητη η αλλαγή στη διαδικασία υπολογισμού των επιτοκίων αναφοράς. Στον υπολογισμό των επιτοκίων αναφοράς συμμετέχει μόνο ένα υποσύνολο των τραπεζών που συμμετείχαν πριν από το 2008, ενώ μειώθηκε και ο αντίστοιχος όγκος συναλλαγών. Η αποστροφή των τραπεζών οφείλεται σε παράγοντες όπως η παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση του 2008, η κρίση χρέους της Ευρωζώνης, που ξεκίνησε το 2010, αλλά και η αποκάλυψη και εκδίκαση σειράς υποθέσεων χειραγώγησης αγοράς σχετιζόμενων με τα επιτόκια αναφοράς. Μια σειρά από αλλαγές στα επιτόκια αναφοράς είτε δρομολογήθηκαν ήδη ή δρομολογούνται τώρα, ως αποτέλεσμα των παραπάνω εξελίξεων και των υποδείξεων του Συμβουλίου Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας των 20 πιο ανεπτυγμένων οικονομικά χωρών του κόσμου (G20), σχετικά με:

1. Την ενίσχυση των υπαρχόντων βασικών επιτοκίων αναφοράς κυρίως με την ενσωμάτωση πραγματικών στοιχείων συναλλαγών στη διαδικασία υπολογισμού τους.

2. Τη δημιουργία εναλλακτικών βασικών επιτοκίων αναφοράς που θα ενσωματώνουν τον χαμηλότερο δυνατό κίνδυνο.

Hδη η προαναφερθείσα ομάδα εργασίας για την Eυρωζώνη πρότεινε προς δημόσια διαβούλευση τρία επιτόκια προς αντικατάσταση του βραχυπρόθεσμου Eonia:

1. Το νέο ημερήσιο επιτόκιο χωρίς εξασφάλιση της ΕΚΤ (Ester) που αναμένεται να εισαχθεί στην αγορά τον Οκτώβριο 2019.

2. Το ήδη διαπραγματεύσιμο ημερήσιο επιτόκιο με εξασφάλιση, GC Pooling Deferred, της STOXX, θυγατρικής της Deutsche Börse Group, που υπολογίζεται κεντρικά στη βάση συμφωνιών επαναγοράς μιας ημέρας με γενικά αποδεκτή υποθήκη.

3. Τo ήδη διαπραγματεύσιμο ημερήσιο επιτόκιο με εξασφάλιση, RepoFunds Rate, της NEX Data Services, που υπολογίζεται κεντρικά στη βάση συμφωνιών επαναγοράς μιας ημέρας με γενικά και ειδικά αποδεκτή υποθήκη. Και οι τρεις παραπάνω επιλογές πληρούν σειρά από κριτήρια όπως, μεταξύ άλλων:

1. Η χρήση πραγματικών στοιχείων διαπραγμάτευσης στη διαδικασία υπολογισμού.

2. Η ευαισθησία σε μεταβολές του παρεμβατικού επιτοκίου της ΕΚΤ.

3. Η σαφώς ορισμένη και διαφανής διαδικασία υπολογισμού.

Η τελική επιλογή του βραχυπρόθεσμου επιτοκίου θα γίνει το φθινόπωρο του 2018.

* Ο κ. Θεόδωρος Σταματίου είναι senior economist, Eurobank-Εργασίας Α.Ε., επιστημονικός συνεργάτης στο Τμήμα Τραπεζικής και Χρηματοοικονομικής Διοικητικής του Πανεπιστημίου Πειραιώς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ