Μπάμπης Παπαδημητρίου ΜΠΑΜΠΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Αρνητικά μηνύματα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΚΑΤ' ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΝ

​​Μετά την τυπική εκπνοή του προγράμματος προσαρμογής, πρέπει να σκεφτούμε τι είναι σημαντικό. Βεβαίως, σε όρους αγοράς έχουμε βγει από το μνημόνιο πολλούς μήνες πριν από την ημέρα που η ευρωπαϊκή γραφειοκρατία έβαζε τη σφραγίδα «Αρχείο» πάνω στον φάκελο «Χρηματική υποστήριξη Ελλάδας». Στην ουσία, βεβαίως, η τελευταία πράξη του μνημονίου είχε γραφτεί πολύ ενωρίτερα. Στις 15 Ιουνίου, το τρίτο μνημόνιο έκλεισε με την ανακοίνωση των μέτρων που θεωρήθηκαν, όχι αδίκως, ότι συνιστούν πρακτικώς ένα άτυπο τέταρτο μνημόνιο. Πλην όμως, ήδη από την αρχή της άνοιξης οι αγορές είχαν κάνει τις δικές τους εκτιμήσεις για την Ελλάδα μετά τα μνημόνια και ήταν πολύ συντηρητικές. Ούτε οι οίκοι αξιολόγησης βιάστηκαν να αναβαθμίσουν την αξιοπιστία της χώρας, ακόμη κι όταν η κυβέρνηση δέσμευσε τη χώρα, με το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα, στο υπερβολικό πρωτογενές πλεόνασμα του 3,5%.

Προκαλεί εντύπωση ότι οι μεγάλοι διεθνείς επενδυτές δεν κινητοποιούνται για να «προλάβουν» τις ευκαιρίες που λογικά, έπειτα από μια τόσο μακρά περίοδο ύφεσης, έπρεπε να συνοδεύουν τη νέα ελληνική ανάπτυξη. Βλέπουν ότι η κυβέρνηση συνεχίζει να καθυστερεί τις ιδιωτικοποιήσεις. Ακούν πως είναι έτοιμη να επαναφέρει σε ισχύ σειρά ρυθμίσεων που επί δεκαετίες αντιστρατεύθηκαν την ένταξη της χώρας στον ρουν της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.

Εντυπωσιακή είναι και η απογοήτευση της κυβέρνησης μπροστά στην ανατροπή της εορταστικής προετοιμασίας που είχε κατά νου να πραγματοποιήσει την περίοδο της εξόδου από τα μνημόνια. Διακρίνονται ήδη οι δυσμενείς συνέπειες από την άρνηση της κυβέρνησης, παρά τις διακριτικές παροτρύνσεις όλων των Ευρωπαίων ιθυνόντων και τη δημόσια παραίνεση του Γιάννη Στουρνάρα, διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, να ζητήσει από την Ευρώπη να δημιουργήσει μια προληπτική γραμμή πιστώσεων για την Ελλάδα, όπως άλλωστε προβλέπουν οι νεότευκτοι θεσμοί διαχείρισης κρίσεων στην Ευρωζώνη, στη δημιουργία των οποίων διαδραμάτισε σημαντικότατο ρόλο η ελληνική εμπειρία.

Η επιλογή αυτή της κυβέρνησης δοκιμάζεται ήδη και τα αποτελέσματα δεν είναι ενθαρρυντικά. Οι αγορές παραμένουν καχύποπτες. Τα επιτόκια δανεισμού για την ελληνική οικονομία και το κράτος είναι πολύ υψηλά. Η διάθεση των κεφαλαιαγορών να απορροφήσουν νέα ελληνικά ομόλογα διατηρείται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, παρά την ολοφάνερη «ενίσχυση» εκ μέρους των μεγάλων επενδυτικών οίκων που θέλουν να κάνουν δουλειές στη μεταμνημονιακή Ελλάδα.

Με δύο λόγια, το πρώτο τεστ μετά την έξοδο δεν είναι θετικό. Η κυβέρνηση δεν έχει εμφανίσει κανένα πρόγραμμα θετικών ενεργειών και, το χειρότερο, όσες ιδέες κυκλοφορούν τα στελέχη της, όπως η υπουργός Εργασίας, προσθέτουν ερωτήματα και εμπεδώνουν την ανησυχία ότι η Ελλάδα μετά τα μνημόνια θα επανέλθει σε ένα μάλλον εχθρικό περιβάλλον για την επιχειρηματικότητα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ