Ο πρόεδρος της Αερολέσχης Έδεσσας, Στέφανος Συμεωνίδης, με βοήθησε ιπποτικά να μπω στο πίσω κάθισμα του διθέσιου ανεμόπτερου Duo Discus xlt. Μου κούμπωσε προσεκτικά τη ζώνη ασφαλείας, μεταξύ του κορμού και των ώμων μου. Ύστερα έκλεισε τη διαφανή καλύπτρα του σκάφους. Ακούστηκε ένα μεταλλικό «κλακ», τόσο δυνατό όσο και οι χτύποι της καρδιάς μου. Έμεναν ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν από την απογείωση που θα έκανε ο κυβερνήτης και έμπειρος εκπαιδευτής χειριστών ανεμοπτέρων, Γιώργος Πολυχρονιάδης. Ήταν στην μπροστινή θέση, στο κόκπιτ. Γύρισε και με είδε ζαρωμένη στη θέση μου. «Δεν πιστεύω να φοβάσαι, ε;» μου είπε. «Και βέβαια όχι!» τον διαβεβαίωσα, παρότι συνέβαινε το αντίθετο. Για να το ξεπεράσω, μουρμούριζα -από μέσα μου- πως ένας δημοσιογράφος πρέπει πάντα να είναι έτοιμος να κάνει κάτι ριψοκίνδυνο, να παραμερίσει τη δειλία για να ζήσει μια καινούργια εμπειρία.  

«Παιδιά, είμαστε έτοιμοι! Πάμε!» είπε ο Πολυχρονιάδης στον ασύρματο της ενδοσυνεννόησης. Ενεργοποιήθηκε ο ειδικός μηχανισμός που βρίσκεται σε ειδικό τροχοφόρο στην άλλη άκρη του χορταρένιου διαδρόμου. Ξεκινά η έλξη του ανεμοπτέρου με συρματόσχοινο αγκιστρωμένο στην «κοιλιά» του, κάτω από την πίσω θέση του ανεμοπτέρου. Η ταχύτητα ήταν τέτοια, που το απογείωσε μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Πριν το πολυκαταλάβω, ήμασταν στον αέρα, όχι γλυκά και απαλά όπως σηκώνεται ένα συμβατικό αεροπλάνο με κινητήρες, αλλά πιο γρήγορα και σίγουρα με πιο κάθετη κλίση προς το έδαφος. Η έλξη με βίντσι είχε ολοκληρωθεί, το συρματόσχοινο είχε απαγκιστρωθεί από το ανεμόπτερο και έπεφτε με ένα μικρό αλεξίπτωτο στη γη. Όσο για εμάς, είχαμε πιάσει ήδη τα 400 μέτρα ύψος. Σκούπισα διακριτικά τον κρύο ιδρώτα, ξαναβρήκα την ανάσα μου και ένιωσα τεράστιο δέος.  

Η αίσθηση της ελευθερίας με κατέκλυσε. Είχα γίνει ξανά παιδί και ανακάλυπτα τον κόσμο από την αρχή. Η ομορφιά ήταν πέρα από λέξεις. Η Αερολέσχη Έδεσσας βρίσκεται σε ένα τοπίο εκπληκτικού φυσικού κάλλους, στους πρόποδες του όρους Βόρας (Καϊμακτσαλάν), κοντά στη λίμνη Βεγορίτιδα. Από τη μια είναι ο ορεινός όγκος, από την άλλη τα φροντισμένα με γεωμετρία αγροτεμάχια που αγκαλιάζουν τις όχθες της. Αυτή η εγγύτητα στο βουνό δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες πτήσης για τα ανεμόπτερα, καθώς μπορούν να κερδίσουν και να διατηρήσουν το ύψος τους δίχως τεχνικά μέσα. «Χάρη στα ρεύματα του αέρα, μπορούμε να πετάμε χωρίς καύσιμα, χωρίς μηχανή. Όπως ο ιστιοπλόος εκμεταλλεύεται τα ρεύματα του αέρα στη θάλασσα. Η μόνη υποβοήθηση είναι κατά την απογείωση. Εκτός από την έλξη με winch, ένα ανεμόπτερο μπορεί να σηκωθεί στον αέρα με αερορυμούλκηση», μου εξήγησε ο Γιώργος Πολυχρονιάδης.  

 

 

Η παράδοση της πόλης

Θεωρητικά, αν υπάρχουν οι κατάλληλες καιρικές συνθήκες και ο χειριστής είναι έμπειρος, μια πτήση μπορεί να κρατήσει ακόμα και μία ολόκληρη μέρα. Ο πιλότος μου είναι καθηγητής μουσικής στη Μέση Εκπαίδευση και παίζει πιάνο και φλάουτο. Από πολύ μικρός ανακάλυψε την αγάπη του για τους αιθέρες. Η Έδεσσα μπορεί να καυχηθεί όχι μόνο ότι έβγαλε και εξακολουθεί να βγάζει πολλούς Ικάρους της Πολεμικής μας Αεροπορίας, μα και ότι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της ασχολείται ενεργά με τη Λέσχη και με τον αεραθλητισμό. Είναι πια μια παράδοση, που περνά από γενιά σε γενιά. Οι μεγαλύτεροι βάζουν στο παιχνίδι τους νεότερους. Έτσι, άνθρωποι από πολλά διαφορετικά επαγγέλματα συναντιούνται στον παλμό τού να ατενίζεις τη γη από ψηλά. Μία φορά να πετάξεις, κολλάς. Είναι εθιστικό.

«Θα αναρωτηθείτε τι δουλειά έχει ένας μουσικός στον αέρα», λέει ο Γ. Πολυχρονιάδης. «Η πτήση με ανεμόπτερο εμπεριέχει τη μουσικότητα. Για να μπορέσει ένας ανεμοπόρος να πετάει σωστά, δεν αρκεί μόνο να βλέπει τα όργανα, πρέπει να ακούει και τον ήχο του ανέμου. Πρέπει να εξασκήσει λοιπόν την ακοή του ώστε να πιάνει τις διακυμάνσεις του. Πετάμε με τη μουσική του αέρα». Είχα πια ξεπεράσει κάθε φόβο και έτσι έκανα ακόμα και χιούμορ στον κυβερνήτη πως, εκτός από το μουσικό αυτί, υπάρχει και το ιπτάμενο αυτί. Γελούσαμε και οι δύο καθώς το ανεμόπτερο γλιστρούσε βελούδινα από τη μία γωνιά του ουρανού στην άλλη. Αφού χορτάσαμε τη βόλτα, ήρθε η ώρα της προσγείωσης. Το σκάφος άρχισε να κατεβαίνει σταθερά και ομαλά, μέχρι να ακουστεί το σούρσιμο από τους τροχούς στο έδαφος. Νομίζω πως, αν χρειαστεί να δω ποτέ τη ζωή μου ως ταινία, αυτή η σύντομη πτήση κέρδισε επάξια τη θέση της στα πιο εκλεκτά πεπραγμένα μου.

 


Άποψη από το κόκπιτ του ανεμοπτέρου σε πτήση που πραγματοποιήθηκε για τη φωτογράφιση του «Κ».

 

Ταχύρρυθμα μαθήματα

Το πιο ωραίο πράγμα στον αεραθλητισμό είναι η παρέα. Οι επιτελείς της Αερολέσχης Έδεσσας είναι τόσο δεμένοι μεταξύ τους, που δημιουργούν ένα εξαιρετικά ελκυστικό κλίμα για όποιον θέλει να δοκιμάσει να πετάξει μία φορά ή ακόμα και να πάρει πτυχίο χειριστή ανεμοπτέρων. Μαζί με τη λέσχη στο Τατόι, η Έδεσσα διαθέτει σχολή εκπαίδευσης χειριστών, προσφέροντας μάλιστα ακόμα και ταχύρρυθμα μαθήματα δύο εβδομάδων. Ανεμοπορικές λέσχες υπάρχουν στο Τυμπάκι Ηρακλείου και στο Αγρίνιο από χειριστές που απέκτησαν το πτυχίο τους στην Αερολέσχη Έδεσσας. «Χρωστάμε πολλά στους πρωτεργάτες μας», συμπληρώνει ο Στέφανος Συμεωνίδης. «Από το 1950 που ιδρύθηκε ο Σύνδεσμος Αεραθλητών Έδεσσας (μετονομάστηκε σε Αερολέσχη το ’73) μέχρι σήμερα, πολλοί συμπατριώτες μας έχουν βάλει το δικό τους λιθαράκι στην εξέλιξη. Αργότερα εξασφαλίσαμε αυτή την ωραία έκταση, όπου σήμερα στεγάζονται οι εγκαταστάσεις μας. Καίριο ρόλο είχε η παραχώρηση δύο ανεμόπτερων από την Πολεμική Αεροπορία, η οποία υποστήριξε τον θεσμό χάρη στις προσπάθειες του Εδεσσαίου πτεράρχου ε.α. Γιάννη Ιωαννίδη, που ήταν και αυτός από τους σκαπανείς μας. Μαζί με τον Ιωσήφ Σινιόσογλου και τον Χριστόφορο Γιαβανίδη, καθώς και άλλους εκπαιδευτές, όπως ο Αλέξανδρος Στανίσης, έκαναν μεγάλο έργο». Η δική μου πτήση έγινε με ένα καινούργιο ανεμόπτερο, που αγοράστηκε πρόσφατα με κοινοτικούς πόρους. Το μόνο που μένει για να ολοκληρωθούν οι δυνατότητες της Λέσχης είναι να ασφαλτοστρωθεί ο διάδρομος αποπροσγειώσεων. Είναι κάτι που πρέπει να γίνει και η πόλη το αξίζει.

Η Αερολέσχη Έδεσσας έχει εκατοντάδες μέλη, πολλά με πτητική δραστηριότητα, ενώ φιλοξενεί και άλλες δραστηριότητες του αεραθλητισμού. Χάρη στην καλή της φήμη, δέχεται μαθητές από όλη την Ελλάδα, ενώ κάθε χρόνο διενεργεί τις σχολές αρχικής εκπαίδευσης αεροπροσκόπων (ΠΑΣΑΠ). Η πτήση για τους εκπαιδευομένους κοστίζει 20 ευρώ, ενώ οι εκπαιδευτές είναι εθελοντές και δεν παίρνουν αμοιβή. Η εκπαίδευση λαμβάνει χώρα από τον Απρίλιο μέχρι και τον Οκτώβριο. Για να πάρει κάποιος πτυχίο και να πετάει μόνος του, πρέπει να κάνει περίπου 80 πτήσεις. 

Τελικά, τι πρέπει να έχει κανείς για να μπορέσει να γίνει καλός ανεμοπόρος; ρωτώ τον Γιώργο Πολυχρονιάδη. Μου απαντά: «Η πτήση είναι ένα ψυχογράφημα, είναι μια δοκιμή που δένει τον εκπαιδευτή με τον εκπαιδευόμενο, καθώς του εμπιστεύεται τη ζωή του. Είναι θέμα χαρακτήρα να πετάς καλά. Να είσαι μετρημένος, προνοητικός, ήρεμος και συγκεντρωμένος. Για μένα, που πετώ 30 χρόνια, δεν υπάρχει μεγαλύτερη εκτόνωση. Ό,τι και να σε βασανίζει, το ξεχνάς...». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ