Ένα παραμύθι που γεννήθηκε μέσα από τις στάχτες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ένας συγγραφέας που έψαχνε τρόπους να ξορκίσει τους εφιάλτες του. Ένα αγόρι που μοιράστηκε την παιδική του ηλικία με χιλιάδες αναγνώστες. Και ένας λούτρινος αρκούδος που ονομάστηκε Γουίνι και κατέκτησε τις καρδιές εκατομμυρίων παιδιών – και συνεχίζει να τις κατακτά έπειτα από εννΕά δεκαετίες. 

Αφορμή για να θυμηθούμε τα παραπάνω στάθηκε η νέα ταινία της Disney, που έρχεται στην Ελλάδα στις 6 Σεπτεμβρίου σε διανομή της Feelgood, με τίτλο «Christopher Robin» – από τον ομώνυμο ήρωα, το αγοράκι που πρωταγωνιστούσε μαζί με τον Γουίνι και την παρέα του στα βρετανικά δάση τη δεκαετία του ’20. Στην ταινία, βέβαια, γνωρίζουμε τον Κρίστοφερ Ρόμπιν σε μια νέα, ενήλικη εκδοχή (Γιούαν Μακ Γκρέγκορ) στο μεταπολεμικό Λονδίνο, όπου η καθημερινότητά του διαταράσσεται από την αιφνίδια εμφάνιση ενός ολοζώντανου Γουίνι! Είναι μια οικογενειακή ταινία που έχει συγκεντρώσει καλές κριτικές στο εξωτερικό για τη γλυκόπικρή της αίσθηση και την τρυφερότητα με την οποία ο ενήλικος κόσμος του πρωταγωνιστή συναντά την ισόβια παιδικότητα του αρκούδου – στο Vanity Fair γράφτηκε ότι ο Τζιμ Κάμινγκς αξίζει μια υποψηφιότητα για Όσκαρ, για τον τρόπο που χαρίζει τη φωνή του στον Γουίνι. Ωστόσο αυτά αφορούν έναν φανταστικό Κρίστοφερ Ρόμπιν. Ποιος ήταν ο αληθινός;  

Η ιστορία αρχίζει ουσιαστικά τον καιρό του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ο Βρετανός θεατρικός συγγραφέας Α. Α. Μιλν βρέθηκε στα χαρακώματα της μάχης του Σομ, βλέποντας αρκετούς συντρόφους του να σκοτώνονται δίπλα του. Ο ίδιος επέζησε από αυτόν τον –με δικά του λόγια– «πνευματικό και ηθικό ξεπεσμό» και επέστρεψε στους καλλιτεχνικούς και κοσμικούς κύκλους του Λονδίνου. Εκεί τον περίμενε η σύζυγός του Δάφνη και, λίγο αργότερα, το 1920, γεννήθηκε ο γιος τους, o Κρίστοφερ Ρόμπιν. Παρά την επιτυχημένη συγγραφική καριέρα και την όμορφη οικογενειακή ζωή, ο Μιλν δεν μπορούσε να βρει γαλήνη στη βρετανική πρωτεύουσα, υποφέροντας από αυτό που αργότερα θα γινόταν ευρέως γνωστό ως διαταραχή μετατραυματικού στρες. Η εμπειρία του πολέμου βρισκόταν σε κυρίαρχη θέση στις καθημερινές του σκέψεις και έτσι πήρε την απόφαση να πάρει την οικογένειά του και να μετακομίσουν σε ένα σπίτι στην καρδιά του δάσους του Σάσεξ, για περισσότερη ηρεμία. 

Η ιδέα του σύντομα αποδείχθηκε κάπως προβληματική, καθώς η σύζυγός του φαίνεται ότι απογοητεύτηκε από αυτή την επιλογή ζωής και υπήρξε ψυχή τε και (καμιά φορά) σώματι απούσα. Ο Μιλν συνδέθηκε σχεδόν αναγκαστικά με τον πεντάχρονο γιο του και άρχισαν να περνούν χρόνο μαζί εξερευνώντας το δάσος – ο μικρός συνήθιζε να παίρνει μαζί του το αγαπημένο του κουκλάκι, έναν λούτρινο αρκούδο. Πίσω στο σπίτι είχε και μερικά ακόμα: ένα γουρουνάκι, έναν γάιδαρο, μια τίγρη και δύο καγκουρό. Θα τους γνωρίζετε με τα ονόματά τους: Πίγκλετ, Γκαρής, Τίγκερ, Ρο και Κάνγκα. Ο Μιλν εμπνεύστηκε ένα παιδικό παραμύθι με ένα παιδάκι, τον γιο του, να ζει περιπέτειες μέσα στο δάσος μαζί με μια παρέα από ομιλούντα ζώα. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η ιστορία αυτή θα γινόταν άμεση και παγκόσμια επιτυχία, ούτε ότι το δάσος γύρω από το σπίτι του θα εξελισσόταν σε τουριστικό αξιοθέατο, ούτε ότι τα κουκλάκια του γιου του θα εξετίθεντο 90 χρόνια αργότερα στη Νέα Υόρκη, προσελκύοντας το ενδιαφέρον 750.000 ανθρώπων ετησίως. Το franchise που δημιουργήθηκε γύρω από την ιστορία του Γουίνι σήμερα εκτιμάται ότι έχει αποφέρει κέρδη άνω των 20 δισ. δολαρίων. 

Ο Μιλν δεν μπορούσε να φανταστεί και κάτι ακόμα: χρησιμοποιώντας το αληθινό όνομα του γιου του στο βιβλίο του, τον είχε μετατρέψει σε έναν σταρ παγκόσμιας φήμης. Ο μικρός Κρίστοφερ βρέθηκε να πολιορκείται από δημοσιογράφους και φωτογράφους και να δέχεται γράμματα θαυμαστών από όλο τον κόσμο. Στην αρχή ήταν διασκεδαστικό. Αλλά σύντομα κατάλαβε ότι αυτό που ήθελε ήταν απλώς να συνεχίσει να παίζει με τον πατέρα του στο δάσος. Και μετά, στο σχολείο, οι συμμαθητές του τον αντιμετώπιζαν ως το παιδάκι του παραμυθιού. Έγινε αποδέκτης κοροϊδίας και περιθωριοποιήθηκε. «Άρχισα να τον αντιπαθώ (σ.σ. τον Γουίνι) και συνέχισα να τον αντιπαθώ όλο και περισσότερο όσο μεγάλωνα», σχολίασε ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του, πολλά χρόνια αργότερα. «Μου φαινόταν ότι ο πατέρας μου έπρεπε κατά κάποιον τρόπο να πετύχει κάτι και το έκανε σκαρφαλώνοντας στους νηπιακούς μου ώμους, αρπάζοντας το όνομά μου και αφήνοντάς μου την κενή φήμη τού να είμαι γιος του». 

Στον πόλεμο και μετά

Επιθυμώντας διακαώς να απεγκλωβιστεί από τον Γουίνι και να αποκτήσει τη δική του ταυτότητα, αποφάσισε το 1941 να καταταγεί στον βρετανικό στρατό και ζήτησε από τον πατέρα του να χρησιμοποιήσει τις γνωριμίες του ώστε να παραβλεφθεί το γεγονός ότι είχε αποτύχει στα ιατρικά τεστ. Έτσι κι έγινε. Πολέμησε στη Μέση Ανατολή και στην Ιταλία, όπου κινδύνευσε να σκοτωθεί κατά τον βομβαρδισμό μιας γέφυρας – θραύσματα μετάλλων παρέμειναν σε σημεία του κεφαλιού του μέχρι το τέλος της ζωής του. Επέστρεψε στην Αγγλία και αποφοίτησε από το Κέιμπριτζ με πτυχίο λογοτεχνίας. Η σχέση του με τους γονείς του υπήρξε στο εξής υποτυπώδης και αγνόησε τους ενδοιασμούς τους για τον επικείμενο γάμο του με τη Λέσλι ντε Σέλινκορτ, η οποία ήταν συγγενής του από την οικογένεια της μητέρας του. Παντρεύτηκαν και εγκαταστάθηκαν στην παραθαλάσσια κωμόπολη του Ντάρτμουθ στη νοτιοδυτική Αγγλία, όπου άνοιξαν ένα μικρό βιβλιοπωλείο. 

Η κόρη του, Κλερ, γεννήθηκε το 1956 με εγκεφαλική παράλυση. Για χάρη της, όπως είπε, αθέτησε την υπόσχεσή του να μην αγγίξει ποτέ τα χρήματα που του αναλογούσαν από τα δικαιώματα του Γουίνι και εκταμίευσε ένα ποσό, που αργότερα χρησιμοποιήθηκε από την ίδια την Κλερ για την ίδρυση του φιλανθρωπικού οργανισμού Clare Milne Trust. Στην ταινία «Christopher Robin» η κόρη του πρωταγωνιστή δεν λέγεται Κλερ, αλλά Μάντελιν, και είναι ένα απολύτως υγιές κοριτσάκι. Πρόκειται για μια παιδική ταινία μυθοπλασίας, ασφαλώς, και σε καμία περίπτωση για τη βιογραφία του υιού Μιλν, ωστόσο αυτή η αντίθεση μας υπενθυμίζει πόσο δυσκολεύεται το Χόλιγουντ να βγει από τους θεματικούς χώρους όπου νιώθει άνετα να κινείται. 

Από ένα σημείο και μετά, ο Κρίστοφερ Ρόμπιν Μιλν αφιερώθηκε στη συγγραφή μιας σειράς αυτοβιογραφικών βιβλίων, προσπαθώντας και πάλι να ορίσει τον εαυτό του και τη σχέση του με τον πατέρα του – «στην πραγματικότητα κάνω μια διπλή εμφάνιση στο βιβλίο, πρώτα ως το αγόρι που περιγράφω και μετά ως ο ενήλικος μέσα από τα μάτια του οποίου βλέπω το αγόρι», γράφει στο «The Enchanted Places». 

Το 1981 ήταν παρών στον Ζωολογικό Κήπο του Λονδίνου, όταν έγιναν τα αποκαλυπτήρια του αγάλματος μιας καναδέζικης αρκούδας από την οποία πήρε το όνομά του ο Γουίνι. Ίσως τελικά, μεγαλώνοντας, κατάφερε να συμφιλιωθεί κάπως με τον αρκούδο που σημάδεψε τη ζωή του.  ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ