ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στην ταινία του 1967 «Ο Πρωτάρης» ο γείτονας κ. Μαγκουάιρ πλησιάζει τον πρωταγωνιστή Μπεν για να του δώσει μια συμβουλή για το μέλλον του μια και μόλις έχει αποφοιτήσει, συμβουλή που δεν αφορά την κ. Ρόμπινσον. «Μια κουβέντα έχω να σου πω», λέει στον Ντάστιν Χόφμαν που υποδύεται τον Μπεν. Τον παίρνει παράμερα και με φόντο την πισίνα του λέει: «Πλαστικά. Βλέπω μεγάλο μέλλον στα πλαστικά». Με αυτή την εικόνα οι συντηρητές του Getty ξεκινούν το ενημερωτικό τους φυλλάδιο για τη συντήρηση των έργων τέχνης από πλαστικό και ιστορικών αντικειμένων, αποκαλύπτοντας το εύρος της χρήσης τους στην κουλτούρα μας. Δεν αφορούν μόνο τα έργα του Τζεφ Κουνς ή τις φωτιζόμενες κατασκευές από πλεξιγκλάς της Χρύσας, από τα πρώτα που ίσως μας έρχονται στο μυαλό. Μια τεράστια λίστα καλλιτεχνών επέλεξε το εύπλαστο υλικό ως μέσον έκφρασης. Αλλά και οι στολές των αστροναυτών Αρμστρονγκ και Ολντριν, που πρώτοι περπάτησαν στο φεγγάρι το 1969, είναι φτιαγμένες από συνθετικά πολυμερή, ή η πρώτη τεχνητή καρδιά που μεταμοσχεύθηκε σε άνθρωπο και φυλάσσεται στο Εθνικό Μουσείο Αμερικανικής Ιστορίας, ή ακόμα τα πρώτα κινούμενα σχέδια της Ντίσνεϊ που σχεδιάστηκαν πάνω σε διάφανα φύλλα πλαστικού καρέ καρέ, ανήκουν στην πολιτιστική μας κληρονομιά. Και όχι μόνον αυτά.

Απειρες χρήσεις

Τα ρολά των φιλμ του κινηματογράφου αλλά και των φωτογραφιών, τα αξεσουάρ μόδας ιστορικών οίκων, από γυαλιά μέχρι αγκράφες, τα φουτουριστικά κοστούμια της Mary Quant και του Paco Rabanne, έπιπλα και αντικείμενα της καθημερινής μας ζωής. Από την πλειονότητα των παιδικών παιχνιδιών μέχρι τον υπολογιστή και το αυτοκίνητό μας. Τελευταία και όχι λιγότερο σημαντική, η λευκή μονομπλόκ πλαστική καρέκλα που στοίχειωσε τα καλοκαίρια μας και στιγμάτισε το ειδυλλιακό του νησιωτικού τοπίου μας. Αυτή η καρέκλα σηματοδότησε τον ευτελισμό του πλαστικού στην αισθητική μας και ίσως το τέλος του έρωτά μας.


«Η χώρα του μέλλοντος» στην Ντίσνεϊλαντ του Χονγκ Κονγκ.

Μόλις πριν από λίγο καιρό με ευρωπαϊκή οδηγία, τα πλαστικά μιας χρήσης αρχίζουν να καταργούνται σταδιακά.

Είχε προηγηθεί η κατάργηση της δωρεάν πλαστικής σακούλας στα σούπερ μάρκετ και η επιβολή περιβαλλοντικού τέλους για την αγορά της. Εχοντας κατακλύσει τον πλανήτη επί δεκαετίες τα πλαστικά αποτελούν το 70% των απορριμμάτων μόνο σε θάλασσες και ωκεανούς. Μικροποσότητες πλαστικών υπάρχουν παντού, και το χειρότερο είναι ότι ανιχνεύονται πλέον στο νερό που πίνουμε και στις τροφές που καταναλώνουμε.

Η σχέση μας με το πλαστικό μοιάζει με παράφορο και παράλογο έρωτα που σιγά σιγά καταλήγει σε ένα δύσκολο διαζύγιο. Εναν έρωτα που πέρασε όλα τα στάδια, της γνωριμίας, της ανέμελης παράδοσης και του πικρού απολογισμού. Ναι, ήταν έρωτας και όπως όλες οι θυελλώδεις σχέσεις ξεκίνησε από ένα τυχαίο γεγονός, κάπου σε ένα εργαστήριο τον 19ο αιώνα, όταν ένας λάτρης της χημείας έκανε πειράματα μη γνωρίζοντας τι ακριβώς θα προκύψει μέσα από σωλήνες και εκρήξεις: ο Χριστιανός Σάινμπαϊν, στο οικιακό εργαστήριο στη Βασιλεία το 1846, έσπασε ένα μπουκάλι νιτρικού και θειικού οξέος και το υγρό χύθηκε στο πάτωμα. Σκούπισε το υγρό με το πρώτο πανί που βρήκε μπροστά του –την ποδιά της γυναίκας του– και πλένοντάς την και απλώνοντάς την πάνω στη σόμπα η ποδιά πήρε φωτιά και έγινε σκόνη. Η τυχαία ανακάλυψη του Σάινμπαϊν –η χημική μεταβολή ενός γιγαντιαίου μορίου, και η δημιουργία της βαμβακοπυρίτιδας– άνοιξε τον δρόμο για τους μετέπειτα χημικούς να παράγουν πληθώρα νέων ενώσεων.


Από την ετήσια έκθεση γλυπτών του Λονδίνου το «Σώμα» του Ζαν Λικ Μουλέν.

Μόλις το 1863 η βιομηχανική εταιρεία Phelan & Colender πρόσφερε βραβείο 10.000 δολαρίων σε όποιον κατάφερνε να παραγάγει ένα υποκατάστατο του σπάνιου ελεφαντόδοντου, όπου ανάμεσα στις πάμπολλες χρήσεις του ήταν και οι μπάλες του μπιλιάρδου. Ενας τυπογράφος, ο Τζον Γουέσλεϊ Χάγιατ, άρχισε να πειραματίζεται με ένα μείγμα κολλοδίου και καμφοράς και κατάφερε να δημιουργήσει μια ουσία που έμοιαζε με κέρατο, όμως έσπαγε εύκολα και άρα δεν θα κέρδιζε το βραβείο. Το σελιλόιντ, όπως το ονόμασε, βρήκε αρκετές χρήσεις από χτένες και λαβές μέχρι πλενόμενα σκληρά κολάρα και φωτογραφικά φιλμ. Αλλά αυτός που για πολλούς θεωρείται ο πατέρας του πλαστικού είναι ο δημιουργός του βακελίτη, ο Λέο Μπάικελαντ. Στα 30 του χρόνια είχε καταφέρει ήδη να δημιουργήσει το Velox, το πρώτο φωτογραφικό χαρτί που ο ιδρυτής της Kodak, Τζορτζ Ιστμαν, αγόρασε έναντι του ποσού του ενός εκατομμυρίου δολαρίων.

Ο βακελίτης που δημιούργησε ο Μπάικελαντ το 1907 βρήκε ένα σωρό χρήσεις στη βιομηχανία, από το βερνίκι μέχρι την κατασκευή κουμπιών, από τις τηλεφωνικές συσκευές που όλοι θυμόμαστε, μέχρι τα χερούλια των ασημένιων τσαγιερών των γιαγιάδων.

Με το τέλος του πολέμου το ισχυρό λόμπι των πλαστικών με εκατοντάδες κατοχυρωμένες ευρεσιτεχνίες θέλει το μαγικό του προϊόν να μπει στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Το πλαστικό θα παύσει να δημιουργείται ως υποκατάστατο άλλων προϊόντων. Δεν θα είναι ούτε σαν ελεφαντόδοντο ούτε σαν μεταξωτό. Θα πουλιέται ως ένα νέο μαγικό προϊόν που μπορεί να γίνει τα πάντα. Εχει λαμπερά χρώματα, είναι ελαφρύ, ανθεκτικό, πλάθεται, μπαίνει σε καλούπια ή γίνεται φύλλο, είναι εύκαμπτο ή σκληρό, είναι μονωτικό ή χρησιμοποιείται σαν νήμα. Δεν ήταν και ιδιαίτερα δύσκολο.

Από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στις νάιλον κάλτσες των γυναικών

Το πλαστικό θα χρειαστεί ένα ακόμη γεγονός για να παραχθεί μαζικά. Την κατάκτηση της Ινδονησίας και της Μαλαισίας από τους Ιάπωνες στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, από τις οποίες οι σύμμαχοι προμηθεύονταν το καουτσούκ. Η Γερμανία έχοντας την εμπειρία του αποκλεισμού του 1914-1918, είχε προχωρήσει στη δημιουργία καλών συνθετικών ελαστικών πριν από τον πόλεμο παράγοντας, το 1942, 90.000 τόνους.


Ενθύμιον καλοκαιριού...

Αντίθετα, οι Αμερικανοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με τη «μεγαλύτερη απειλή για την ασφάλεια της χώρας μας και την επιτυχία της Συμμαχικής υποθέσεως», όπως ανέφερε η επιτροπή που με εντολή του Ρούσβελτ έπρεπε να λύσει το πρόβλημα. Διπλώματα ευρεσιτεχνίας αποσπάστηκαν, εταιρείες αντάλλαξαν τα επτασφράγιστα μυστικά τους και οι βιομηχανίες συνεργάστηκαν με πανεπιστήμια και ιδρύματα. Το 1944 η παραγωγή των ΗΠΑ σε συνθετικά ελαστικά ξεπερνούσε τις 700.000 τόνους.

Το πλαστικό συμμετείχε στην κυριολεξία στον πόλεμο. Διαφανή πλαστικά στα κόκπιτ των πολεμικών αεροπλάνων, ακρυλικά φύλλα σε μύτες βομβών, σελοφάν για την προστασία των όπλων, νέες βαφές για τα σκάφη και ανθεκτικότερα αλεξίπτωτα από νάιλον σε σχέση με τα μεταξωτά υφάσματα που χρησιμοποιούνταν μέχρι τότε. Στο μεταξύ, το 1940, που οι χημικοί της Du Pont έβγαλαν στην αγορά το νάιλον, έγινε ένα από τα δημοφιλέστερα προϊόντα.

Το 90% της συνολικής παραγωγής μετά τη λήξη του πολέμου πήγε στη δημιουργία των λεπτών καλτσών για τις κυρίες και παρ’ όλα αυτά, λόγω της φρενίτιδας που είχε δημιουργηθεί για το προϊόν, χρειάστηκαν δύο ολόκληρα χρόνια και 700 εκατομμύρια κάλτσες για να καλυφθεί η ζήτηση.

Ενας νέος κόσμος είχε ανοίξει τις πύλες του. Τα περιοδικά της εποχής αφιερώνουν τεύχη στα πολύχρωμα αντικείμενα, και διαφημιστικά φιλμάκια αναδεικνύουν πόσο χρήσιμο είναι το σελοφάν στη διατήρηση των τροφίμων. Οι νοικοκυρές έχουν τον λαμπερό αυτό κόσμο στα χέρια τους. Τα νέα υφάσματα είναι ποθητά γιατί δεν θέλουν σιδέρωμα, τα ρούχα δεν τσαλακώνονται όταν κάθεσαι και τα πλαστικά έπιπλα δείχνουν λαμπερά. Η διάσημη Tupperware βρίσκει τον τρόπο να απευθυνθεί στις νοικοκυρές με τις οικιακές πωλήσεις, τακτική που ακολουθεί μέχρι σήμερα. Τα τάπερ γίνονται αναπόσπαστο κομμάτι του νοικοκυριού μας.

Το πρώτο μπουκάλι

Το πρώτο πλαστικό μπουκάλι βγήκε στην αγορά το 1947, αλλά το 1960 κατάφεραν να μειώσουν το κόστος τους τόσο, ώστε να προτιμηθεί από τα γυάλινα μπουκάλια. Η επιστημονική βιβλιοθήκη του Life γράφει στον τόμο «Πλαστικές Υλες» του 1967: «Η εποχή μας είναι ο αιώνας των συνθετικών. Σήμερα, μια κομψή κυρία μπορεί να πάει στο θέατρο ντυμένη από πάνω ώς κάτω με συνθετικές ύλες. Από την ακρυλική περούκα της ώς τις βινυλικές σόλες της». Και πράγματι το πλαστικό δεν βρισκόταν μόνο πάνω μας αλλά παντού μέσα στο σπίτι μας. Στην Ντίσνεϊλαντ της Καλιφόρνιας το 1957 μαζί με τη Χιονάτη και τους Επτά Νάνους, το MIT και η γνωστή Monsanto παρουσίασαν το «Σπίτι της Αύριον».


Η Χιονάτη εν έτει 1937.

Το πλαστικό σπίτι ήταν φτιαγμένο από 16 χυτά τμήματα μερικών τόνων πολυεστερικής ρητίνης. Τα έξι του δωμάτια ήταν και αυτά επιπλωμένα με πλαστικά, με μοναδικό διαφορετικό υλικό τα τζάμια του. Στα οκτώ χρόνια που εκτίθετο, το επισκέφθηκαν 15 εκατομμύρια άτομα. Αυτός πίστευε η Monsanto ότι μέχρι το 1987 θα ήταν ο τρόπος που θα κατασκευάζονταν τα σπίτια. Αλλά δεν ήταν μόνο τα σπίτια που θα ήταν φτιαγμένα από το νέο υλικό, που μπορούσε να πάρει κάθε μορφή. Φύκια κατασκευάστηκαν από 7.800 τούφες από πολυπροπυλένιο για να προστατεύσουν τις ακτές του Νιου Τζέρσεϊ από την παλιρροιακή διάβρωση, όπου τα φυσικά φύκια δεν επιζούν.

Τεχνητοί κήποι από μόνιμα ανθισμένα λουλούδια στόλισαν αυλές και τα σπορ βρήκαν το ιδανικό υλικό. Από το γκολφ μέχρι το άλμα επί κοντώ, τα νέα ελαφρά μαγιό, ιστία από ντάκρον και ιστιοπλοϊκά σκάφη από υαλοβάμβακα διαποτισμένα με πλαστικό, ευλύγιστα παπούτσια και αξεσουάρ – σχεδόν ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς για τον αθλητή είναι κατασκευασμένο από το νέο προϊόν.

Το πλαστικό ήταν φθηνό, μπορούσες να το χρησιμοποιήσεις και μετά να το πετάξεις. Αυτή ακριβώς η αλλαγή στην κατανάλωση επηρέασε και την κοινωνία μας. Δεν είχαμε ανάγκη κάτι που να κρατά για πάντα. Χρειαζόμασταν μόνο κάτι για τώρα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ