ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΗΛΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ
Η καταγωγή του φωτός.
Αρχαία τοπία στο Αιγαίο
εκδ. Αλεξάνδρεια, 2018, σελ. 200

Ενα σύγχρονο αφήγημα για το εκτυφλωτικό παρελθόν και το ανήσυχο παρόν των νησιών του Αιγαίου, με 20 τόπους-σταθμούς και με 22 σχέδια του Γιώργου Λαζόγκα. Στα κείμενα του βιβλίου, όπως άλλωστε και στη ζωγραφική του Λαζόγκα, αποκαλύπτονται, σαν σε παλίμψηστο, τα ίχνη της Ιστορίας, της αρχαιολογίας, της οικο-γεωγραφίας, της ποίησης και της αισθητικής των τόπων που γέννησαν τον δυτικό πολιτισμό.

Πολλά έχουν κατά καιρούς γραφτεί και ειπωθεί για την ηχοποιητική συνιστώσα/παράμετρο/ιδιότητα της γλώσσας. Λέγεται ότι τα ελληνικά είναι το πρώτο σύστημα ολοκληρωμένης γραφής και ως εκ τούτου παρεχούν πολύ πλούσια πληροφορία και στην ίδια τη μορφή των λέξεων. Παρουσιάζοντας λοιπόν την «Καταγωγή του φωτός» του Ηλία Ευθυμιόπουλου, η λέξη φάος (φως) με τα τόσο εκπνεόμενα φωνήεντά της προκαλεί ήδη στον ευαίσθητο αναγνώστη μιαν ακινητική έκσταση οφειλόμενη επίσης στη συνεκδοχική έννοια «κατάγω». Η οπτικοποίηση του τίτλου είναι σχεδόν αναπόφευκτη για όποιον έχει εισπνεύσει τις ανατολές του Αιγαίου ή εκπνεύσει τις δύσεις του.

Το Αιγαίο είναι τόπος που καθορίζεται και ταυτοποιείται από το φως του. Μέσα σ’ αυτό το φως ο Φαέθων Απόλλων –καθόλου τυχαία θεός της ομορφιάς– «ωσμώνει» το κάλλος ως σύμφυτη ιδιότητα.

Από την άλλη μεριά, οι αλλεπάλληλοι εποικισμοί, από τους προϊστορικούς χρόνους έως σήμερα, δεν θα μπορούσαν παρά να φέρουν αενάως και αναπόφευκτα τις αντιστίξεις της ανθρώπινης φύσης. Οι ανθρωπολόγοι μάς αποδίδουν διπολικές σκέψεις, σχέσεις και ιδιότητες. Πράγματι, σχεδόν παντού, δίπλα στην αβάσταχτη ομορφιά, μπορεί και φυτρώνει με «φυσικότητα» και αναίδεια μια ασχημία που μπορεί να ονομάζεται ανάπτυξη, πρόοδος, τουρισμός, installation/τέχνη ή ό,τι άλλο! Είναι προφανές ότι η ομορφιά δεν θεσμοθετείται το ίδιο εύκολα με την ασχήμια, έχει όμως ένα τεράστιο συγκριτικό πλεονέκτημα. Να παραμένει στο μυαλό μας απεκδυόμενη με τα χρόνια το σκότος των ανόσιων γειτνιάσεων.

Δεν ξέρω πότε άρχισε η εσωτερική/ενδοψυχική περιήγηση του Ηλία Ευθυμιόπουλου στο Αιγαίο, υποθέτω από τότε που οι εικόνες εγκαθίστανται στο διάστημα μεταξύ των παιδικών ματιών και του στέρνου και παράγουν αδιερεύνητες συγκινήσεις που μέλλουν σε πολλούς από εμάς να μετουσιωθούν σε ποίηση, ζωγραφική, λογοτεχνία ή άλλα. Η επιστήμη, συχνά ως αρωγός αλλά και συχνά ως πέδη της εξέλιξης, πρόσφερε το καλύτερο εργαλείο της στον «ποιητή» Ευθυμιόπουλο. Στην ψυχοαποσκευή του όμως, ο τόπος όπως συνυπάρχει με τους ανθρώπους τον πληγώνει. Και τότε, με τη θαυμαστή δυνατότητα υπέρβασης των ποιητών, μεταφέρει τον αναγνώστη, διά του φωτός πάντα, στα ελικοειδή της ομορφιάς και της αρμονίας των φυσικών παραμέτρων, εικάζοντας συχνά εικόνες ή λειτουργικότητες που ίσως αποτελούν –και γιατί όχι– πλάσματα του πόθου του.

Η αμηχανία

Ακουσα ότι το βιβλίο δεν κατατάσσεται σε ένα συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος. Ορθώς! Ομως η αμηχανία αυτή προϋπήρξε και της απόφασης του συγγραφέα να εκθέσει ούτως το θέμα του. Και δεν θα ήταν δυνατόν να μην προϋπάρξει, καθώς στην εποχή μας σιγά σιγά εξαφανίζονται οι αποστάσεις μεταξύ των ειδών, καθώς η τεχνολογία δημιουργεί καινοφανή αισθητική, καθώς η Ιστορία επιτρέπει όλο και περισσότερες αναγνώσεις, καθώς οι αναγνώστες, ιδίως οι νεότεροι, διαβάζουν συγγραφείς που διδάσκουν θεωρητική φυσική και θεωρία της λογοτεχνίας ταυτοχρόνως (π.χ. Αλαν Λάιτμαν). Ετσι π.χ. τη δεκαετία του 1970, το Stanford University Press, με τη διορατικότητα που διακρίνει τους παλιούς σοβαρούς θεσμούς, δημιούργησε μια εκδοτική σειρά την οποία ονόμασε «Crossing Aesthetics» και στην οποία εντάσσει τους φωτεινούς τόπους όπου συναντώνται αρμονικά και θαυμαστά η ποίηση, οι επιστήμες, οι εικαστικές τέχνες, η λογοτεχνία, το φως, τα μάρμαρα, οι δοξασίες, η φαντασία, τα κωνοφόρα, οι μύθοι, oι φοίνικες και οι Σειρήνες που μας καλούν προτάσσοντας το όνομά τους. Αγλαώπη η μία, καλώντας μας το κάλλος της, και Θελξιέπεια η άλλη, καλώντας, με τα γλυκά λόγια που παράγει αναπόφευκτα, το κάλλος.

Οι τρόποι με τους οποίους ο χρόνος, οι τόποι, οι ανθρώπινες παρεμβάσεις και οι καιροί σμιλεύουν την αντίληψή μας για ό,τι μας περιβάλλει παραλλάσσουν κατ’ ανάγκην. Kατά καιρούς όμως, βιβλία όπως «Η καταγωγή του φωτός» του Ηλία Ευθυμιόπουλου μας προκαλούν συγκίνηση όπως η γράφουσα θα την επιθυμούσε. Σε όλο δηλαδή το νοητικό και το συναισθηματικό της συνειδέναι. Εύχομαι το βιβλίο αυτό να έχει το «ταξίδι» που του αξίζει.

* Η κ. Μαρία Σαββάκη είναι ψυχογλωσσολόγος και συγγραφέας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ