ΘΕΑΤΡΟ

Ο Προμηθέας... Δεσμώτης μιας προβληματικής παράστασης

ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Καθώς είδα την παράσταση στο παλαιό ελαιουργείο της Ελευσίνας, ήταν αναπόφευκτη η σύγκριση του σκηνικού του Βασίλη Μαντζούκη (φωτ.) με την εκπληκτική εγκατάσταση του αείμνηστου Γιάννη Κουνέλλη για τον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Θόδωρου Τερζόπουλου το 2010.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Aν δεν ήταν ο Νίκος Καραθάνος, ο οποίος ερμηνεύοντας τον Προμηθέα Δεσμώτη ξεκλείδωσε και πρόσφερε την υψηλή ποίηση του Αισχύλου στους θεατές σαν ζεστό ψωμί, η παράσταση της Μάρθας Φριντζήλα θα βούλιαζε στα ρηχά – και αυτό για ένα έργο τέτοιας μεγαλειώδους σύλληψης αποτελεί σκηνοθετική ύβρι. Το όραμα μιας ιστορίας πέρα από τον χώρο και τον χρόνο, πέρα από την Ιστορία και τον πολιτισμό, προϋποθέτει από τον σκηνοθέτη πρώτα απ’ όλα συναίσθηση του μεγέθους και της σημασίας του για την ίδια την ουσία της θεατρικής τέχνης. Ο Καύκασος δεν χωράει εύκολα στον περιορισμένο ορίζοντα της «αστικής» μας κουλτούρας.

Πολλές απορίες παραμένουν αναπάντητες σχετικά με το πότε παρουσιάστηκε ο «Προμηθέας Δεσμώτης» στην αρχαία Αθήνα, αν ήταν η πρώτη ή η δεύτερη τραγωδία της τριλογίας, πώς εξελίσσονταν και πώς κατέληγε ο μύθος της τιμωρίας του ημίθεου Προμηθέα, που, «κλέβοντας» και προσφέροντας τη φωτιά στους ανθρώπους, προκάλεσε την οργή και την ανοικτίρμονα τιμωρία του Δία. Ακόμα κι έτσι, ο «Προμηθέας Δεσμώτης» αποτελεί σήμερα για μας έναν ανεκτίμητο θησαυρό: παρέχει το, κατά Δημήτρη Δημητριάδη, απόλυτο της θεατρικής γραφής, που «αποστρέφεται κάθε μορφής σχετικότητα, γίνεται επιλήσμων των πρακτικών δυνατοτήτων του ανθρώπου και καταλαμβάνεται από το θρασύ πάθος να υποκαταστήσει εκ βάθρων το Σύμπαν» («Το δράμα του Σύμπαντος», από την έκδοση με τα πρακτικά της Διεθνούς Συνάντησης Αρχαίου Ελληνικού Δράματος 1984 και 1985, Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών, 1987).

Ακολουθώντας τη σκέψη του Δημητριάδη, που υποστηρίζει ότι το ανείπωτο, το ανέφικτο και το απόλυτο είναι τα τρία στοιχεία που ορίζουν το DNA της θεατρικής τέχνης, θα πω ότι με τον «Προμηθέα Δεσμώτη» ο Αισχύλος παρέχει το έργο-κλειδί για την αποκωδικοποίησή του. Ωραία, έως εδώ. Αλλά πώς μπορεί να αναπαρασταθεί μια ιστορία της οποίας όλοι οι ήρωες είναι θεοί και ημίθεοι (δηλαδή αθάνατοι); Η οποία εξελίσσεται στην ανοίκεια πραγματικότητα ενός άγριου, ερημικού τόπου, σ’ έναν χώρο ανιστορικό και στον, χωρίς αφετηρία και τέλος, χρόνο του μύθου (του οποίου η ροή και η διάρκεια ουδεμία σχέση έχουν με τον τρόπο που βιώνουμε τον χρόνο στην καθημερινότητά μας); Σ’ ένα έργο του οποίου ο κεντρικός ήρωας είναι δεμένος σ’ ένα βράχο παρότι μέσω του λόγου είναι εκπληκτική η κίνηση και το εύρος των διαδρομών στον χώρο και στον χρόνο;

Και αν κάθε σύγχρονη «αναβίωση» αρχαίας τραγωδίας αποτελεί πρόκληση και περιπέτεια με αμφίβολη κατάληξη, στον «Προμηθέα Δεσμώτη» η δυσκολία αυξάνεται κάθετα. Στην αναμέτρηση μαζί του, απαιτείται αφαίρεση. Και καθαρότητα. Στην παράσταση της Μάρθας Φριντζήλα έλειψαν και τα δύο.

Πώς δικαιολογούνται, ας πούμε, οι σαφείς επιρροές από κοστούμια Θεών σε παραδοσιακές μορφές του θεάτρου της Ινδίας, του Μπαλί, του θεάτρου Νο, στα περίπλοκα, φαντεζί κοστούμια της Ηλιάννας Σκουλάκη για το Κράτος, τον Ηφαιστο, τον Ωκεανό; Υποθέτω ότι αποτελούν αναφορά στη σανσκριτική ρίζα του ονόματος «Προμηθέας» και σε συγγενείς θεότητες της ινδικής μυθολογίας. Αλλά πώς «συνομιλούν» με το μοντέρνο, αποκαλυπτικό κοστούμι της Ιώς/δαμάλας (και το αφρικανικής έμπνευσης περιδέραιό της), με το καθημερινό, street style, ντύσιμο του Προμηθέα και με τα λευκά, μακριά φορέματα (και τις μάσκες) των Ωκεανίδων; Και με τα τάματα στο κοστούμι του Ερμή;

Το σκηνικό του Βασίλη Μαντζούκη είναι μια εξέδρα με ένα χρυσό υπερυψωμένο τετράγωνο στο κέντρο, μπροστά από το οποίο κάθεται ο Προμηθέας. Η στάση των λυγισμένων ποδιών που υιοθετεί σε κάποιες σκηνές ο Νίκος Καραθάνος παραπέμπει στον δυτικό εικονογραφικό τύπο Ecce Homo (Ιδε ο άνθρωπος), και δη σε πίνακες του Ιερώνυμου Μπος. Εχει μελετηθεί η σχέση Προμηθέα - Χριστού και πράγματι θα μπορούσε να έχει ενδιαφέρον ο συσχετισμός της τιμωρίας του ενός με τα Πάθη του άλλου. Μόνο που στην παράσταση της Μάρθας Φριντζήλα οι οπτικές αναφορές είναι πολλές και ξένες μεταξύ τους, έτσι ώστε τελικά να επικρατεί αισθητική σύγχυση.

Καθώς είδα την παράσταση στο παλιό ελαιουργείο της Ελευσίνας, ήταν αναπόφευκτη η σύγκριση του σκηνικού του Μαντζούκη με την εκπληκτική εγκατάσταση του αείμνηστου Γιάννη Κουνέλλη για τον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Θόδωρου Τερζόπουλου το 2010.

Το άλλο μεγάλο πρόβλημα της παράστασης ήταν η μουσική που συνέθεσε ο Βασίλης Μαντζούκης. Παρότι δεν φοβήθηκε τα χορικά και τα αξιοποίησε στην κατεύθυνση ενός μουσικού θεάτρου, το λυρικό ύφος της, η ενορχήστρωση, και η ερμηνεία των μελοποιημένων χορικών από γυναίκες του Χορού (το σύνολο Fonέs, σε διδασκαλία Μαρίνας Σάττι) δεν ταίριαζαν με τη λέξη της συγκεκριμένης τραγωδίας, το ήθος και τη διάνοια των δραματικών προσώπων. Στην άκρη του κόσμου, στην ερημιά όπου μόνο θηρία επιβιώνουν και οι μόνοι νόμοι που ισχύουν είναι αυτοί των φυσικών στοιχείων, άλλα έπρεπε να είναι, κατά τη γνώμη μου, τα χαρακτηριστικά της μουσικής. Το Α΄ στάσιμο δείχνει ποιος είναι ο δρόμος: η Ασία και η Αραβία, οι Αμαζόνες και οι Σκύθες, όλη η γη, τα ποτάμια και οι πηγές, τα βάθη της θαλάσσης και του Αδη το μαύρο βασίλειο, θρηνούν για όσα «έκδικα» πάσχει ο Προμηθέας.

Οι ηθοποιοί που συμμετείχαν (Κόρα Καρβούνη, Γιώργος Βουρδαμής Μαυρογένης, Κώστας Βασαρδάνης, Μιχάλης Πανάδης) προσπάθησαν ό,τι καλύτερο μπορούσαν ελλείψει μιας στιβαρής ερμηνευτικής καθοδήγησης. Αν κάτι άξιζε πραγματικά να προσέξεις ήταν πώς οικειοποιήθηκε, και «μίλησε» την ποίηση, ο Νίκος Καραθάνος. Ο Προμηθέας Δεσμώτης είναι ένας ρόλος που πρέπει οπωσδήποτε να ξαναπαίξει. Σε μιαν άλλη παράσταση, αντάξια της σύλληψης του Αισχύλου, και της δικής του ικανότητας να κάνει την ποίηση να πάλλεται μέσα μας, όπως όλο και πιο σπάνια συμβαίνει στην απο-μαγευμένη εποχή μας. Εύρρυθμη και εύληπτη, με άρωμα «παλαιάς» δημοτικής, η απόδοση της Νικολέττας Φριντζήλα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ